Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2011

Το χάος - χώρος στην παράδοση

Ιφιγένεια Κασταμονίτη

«Πρώτα-πρώτα το Χάος έγινε και ύστερα η πλατύστηθη Γη, το αιώνια στέρεο βάθρο όλων….. Και από το Χάος, το Έρεβος γεννήθηκε και η μαύρη η Νύκτα, κι από τη Νύκτα πάλι ο Αιθέρας και η Ημέρα…… Και η Γη γέννησε πρώτα ίσο με τον εαυτό της, τον Ουρανό τον αστερόπληθο…»

(Ησίοδος, «Θεογονία»)
Σε κάθε κοσμογονία, υπεράνω και πίσω από τον Δημιουργό, γύρω εντός και εκτός, βρίσκεται το Άγνωστο, το Ακατανόητο, η Πηγή και η Αιτία όλων. Το σύμπαν προβάλλει από αυτό το Μεγάλο Άγνωστο που κανένας ανθρώπινος νους δεν μπορεί να συλλάβει. Πολλά ονόματα έχουν δοθεί σε αυτό το μυστήριο που περιέχει εντός του το παν. Αποκαλείται «απύθμενη άβυσσος», «κενότητα», «χάσμα», «άβυσσος των υδάτων», «άγνωστο σκότος», «βυθός». Ο Δημόκριτος το ονόμαζε «Κενό» αλλά επίσης και βυθό. Ο Πλάτων «Άπειρο» και ο Αναξαγόρας «Απειρία». Τα Ορφικά μυστήρια μιλούσαν για το τρεις φορές Άγνωστο Σκότος από όπου ξεπήδησε ο Κρόνος-Ηρακλής, και ο Ησίοδος μάς μιλά για το Χάος με την έννοια του κενού αρχικά, διότι αργότερα η λέξη αυτή απέκτησε διαφορετική σημασία στη σκέψη των ανθρώπων. Το Χάος του Ησίοδου δεν είναι όμοιο με  εκείνο του Αναξαγόρα που διακοσμήθηκε από το Νου. Κατά την ετυμολογία της λέξης από τη ρίζα ΧΑΥ ή ΧΑF, σημαίνει το χάσμα αλλά όχι κάτι που είναι εντελώς κενό.
Το Ησιόδειο Χάος είναι ο γενάρχης και η «οντότητα» από την οποία πρόβαλλαν όλα. Το ίδιο δεν ενώνεται ποτέ με τη Γαία, που είναι κατά κάποιο τρόπο μια διαφοροποίηση του Χάους, ένας εν δυνάμει χώρος που προβάλλει από τον αφηρημένο χώρο. Με το όνομα Γαία δεν εννοείται ο πλανήτης Γη διότι οι αρχαίοι Έλληνες την ονόμαζαν Χθόνα. Ο Ορφέας δίδασκε ότι το Ησιόδειο Χάος δεν είναι τόπος αλλά η άπειρη και γεμάτη αιτία των θεών και το κόσμου, και το ονόμαζε χάσμα πελώριο χωρίς τέλος ούτε πυθμένα ούτε βάση, αλλά «αζητές σκότος», διότι το ίδιο δεν έχει μορφοποιημένη φύση αλλά από αυτό προβάλλει το νοούμενο της ύλης ως Γαία. Αποτελεί κενό χώρο, αχανές σκοτεινό και μυστηριώδες διάστημα, έρεβος και νύκτα. Στο πεδίο της αφαίρεσης, ο αφηρημένος ή υπερβατικός χώρος αποτελεί την άγνωστη θεότητα που φαίνεται κενή μόνο στον πεπερασμένο νου. Είναι μια καθαρή υποκειμενικότητα που η ανθρώπινη διάνοια δεν μπορεί να συλλάβει, δίχως αυτό να σημαίνει ότι είναι κάτι μη υπάρχον.

Όταν ο Δημόκριτος μιλούσε για τα άτομα και το κενό, εννοούσε μεν το χώρο αλλά όχι έναν εντελώς κενό χώρο, δεδομένου ότι
«η φύση αποστρέφεται το κενό» όπως έλεγαν οι Περιπατητικοί. Ο Δημόκριτος όριζε δύο αρχές: το ον που θεωρούσε πλήρες και το μη ον που θεωρούσε κενό, εντός του οποίου το πλήρες δημιουργούσε τα πάντα με τροπή και ρυθμό. Στο απόσπασμα Β117, ομολογεί ότι «στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουμε απολύτως τίποτε γιατί η αλήθεια βρίσκεται στο Βυθό». Ο όρος αυτός αποτελεί σημαντικό στοιχείο στην Ορφική παράδοση για το Χάος, και εδώ χρησιμοποιείται από τον Δημόκριτο με την έννοια τού αφηρημένου ή υπερβατικού χώρου. Ο Δαμάσκιος περιγράφει το Βυθό ως «κρυφό κόσμο που συγκεντρώνει μέσα του όλους τους κόσμους, ως κόσμο των κόσμων που εγκυμονεί την Κοσμική Ιδέα». Η Κοσμική Ιδέα μπορούμε να πούμε ότι γίνεται η Κοσμική «Άτομος» του Δημόκριτου (απόσπ. Α 47), δηλαδή όχι απλώς ένα άτομο με διαστάσεις ενός κόσμου αλλά η αρχική συμπύκνωση όλων των κόσμων, όλων των αρχετυπικών ατόμων-ιδεών εντός του Βυθού πριν από την έναρξη κάθε δημιουργίας.

Η έννοια του αφηρημένου ή υπερβατικού χώρου μπορεί να εξεταστεί με δύο, φαινομενικά, διαφορετικούς τρόπους. Από τη μια πλευρά, ως το απεριόριστο διάστημα στην πλέον αφηρημένη όψη του δίχως όρια ή χαρακτηριστικά, δηλαδή ως κενότητα. Αλλά από την άλλη, ως η άπειρη πληρότητα του παντός. Στην πρώτη περίπτωση είναι το σύμπαν με όλα όσα υπάρχουν σε αυτό από την άποψη του πνευματικού κόσμου ή των υπερβατικών για εμάς καταστάσεων, παρόλο που στη δική μας περιορισμένη αντίληψη φαίνεται ως το Μεγάλο Κενό δίχως καμία πνευματική υπόσταση. Ως κενότητα, είναι το εσωτερικό μυστηριώδες διάστημα που αναφέρεται και ως Βυθός. Στη δεύτερη περίπτωση ταυτίζεται με το Πλήρωμα των Γνωστικών και είναι μια πληρότητα. Είναι το εκδηλωμένο ψυχικό διάστημα που προβάλλει από το Βυθό ή Προπάτορα, και σ’ αυτόν επιστρέφει όταν ολοκληρωθεί ο κύκλος της δημιουργίας. Κανένας από τους μεγάλους Διδασκάλους δεν απέδωσε ποτέ ιδιότητες στον υπερβατικό χώρο, παρότι όλες οι ιδιότητες και όλες οι δυνάμεις εμπεριέχονται σε αυτόν και προβάλλουν από αυτόν. Ούτε μίλησαν για φυσικές διαστάσεις του αφηρημένου χώρου, διότι για τη φιλοσοφία οι φυσικές διαστάσεις αφορούν μόνο το συγκεκριμένο χώρο ή το φυσικό σύμπαν. Το μόνο που ειπώθηκε ή μάλλον υπαινίχθηκε είναι η υπόθεση της αιωνιότητάς του και η ακατάπαυστη κίνησή του, που δεν σταματά ποτέ ούτε και στα μεσοδιαστήματα «δημιουργίας – ανάπαυσης». Γι’ αυτό και θεωρήθηκε ως θείος και αιώνιος.

Ο Τίμαιος έλεγε ότι καθετί που υπάρχει είναι απαραίτητο να υπάρχει κάπου και να κατέχει κάποιο χώρο. Αυτό το «κάπου» ή αυτός ο «χώρος» στη αντίληψή μας λαμβάνει την έννοια του «εκεί έξω», δηλαδή κάτι που βρίσκεται πολύ μακριά από εμάς. Αυτό όμως συμβαίνει διότι είμαστε παρατηρητές τού έξω κόσμου ή του διαστημικού χώρου που αντιλαμβάνονται οι αισθήσεις μας. Στην αρχαιότητα ωστόσο, ο χώρος ή το διάστημα δεν ήταν απαραιτήτως κάτι αποκλειστικά εξωτερικό και απτό, αλλά συχνά θεωρούταν πως περιείχε βαθμίδες εσωτερικών διαστάσεων. Ο όρος «εσωτερική διάσταση» είναι μεταφορικός και όλα όσα ανήκουν στη διάσταση αυτή δεν είναι ορατά από τις αισθήσεις μας. Περιέχει όλα τα μη ορατά, για εμάς, πράγματα και τις μη ορατές ενέργειες και δυνάμεις του σύμπαντος, τις οποίες συχνά αντιλαμβανόμαστε από τη δράση τους στο φυσικό περιβάλλον.
 Η επιστήμη δέχεται ότι το φυσικό σύμπαν περιέχει δέκα διαστάσεις, από τις οποίες μόνο τέσσερις έχουν έως τώρα εκδηλωθεί, ενώ οι υπόλοιπες βρίσκονται «διπλωμένες εντός του» – ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Ωστόσο, ο όρος «εσωτερική διάσταση» έχει και μια άλλη έννοια που πρέπει να λάβουμε υπόψη. Θεωρούμε ότι η διάσταση αυτή υπάρχει μέσα στον άνθρωπο ή μάλλον στην υποκειμενικότητά μας ή τον ψυχισμό μας και μόνο. Οι αρχαίο λαοί όμως θεωρούσαν ότι το «εσωτερικό διάστημα» είναι κάτι ή μάλλον, είναι χώρος αντικειμενικός αν και ανεξάρτητος από τον ανθρώπινο ψυχισμό. Ότι είναι ένα πεδίο ή μια κατάσταση μέσα στην οποία κινούμαστε μάλλον και η οποία μας περιβάλλει, ακριβώς όπως και το ορατό διάστημα, και δεν βρίσκεται περιορισμένο μέσα στον ψυχισμό τους. Επιπλέον, οι Ιδέες οι οποίες είναι πνευματικές εικόνες έχουν εσωτερικές διαστάσεις. Δηλαδή έχουν «έκταση» ή χώρο. Ο χώρος αυτός είναι καθαρά μορφή πνεύματος και δεν είναι ούτε μπορεί να γίνει ποτέ αισθητό στοιχείο αλλά παραμένει καθαρά νοητό στοιχείο.
Ο Πλάτων έλεγε ότι αυτό που είναι ακίνητο δεν μπορεί να είναι θείο και αιώνιο. Δεν υπάρχει τίποτε ακίνητο μέσα στον Υπερβατικό Απόλυτο χώρο, που είναι η Παγκόσμια Ψυχή, διότι  η Ψυχή είναι η ίδια η κίνηση και το αυτοκινούμενο, η μια πανταχούσα ουσία και ενέργεια, η απεριόριστη έκταση, η πρωταρχική ενσωμάτωση της Μονάδας, το άγνωστο δοχείο των πάντων. Κατά το Χαλδαϊκό λόγιο, το χάος-χώρος είναι μήτρα «συνέχουσα τα πάντα», άπειρος κατάσταση κατά τον Δαμάσκιο, ενώ στην Ινδική παράδοση είναι το πρωταρχικό χάος που κρύβει μέσα του το θάνατο και την αθανασία που παρέχεται στους θεούς με τη μορφή της amrita, του ινδικού νέκταρος της αθανασίας. Στη διαφοροποιημένη φύση του ως ψυχικός χώρος, αποτελεί την πηγή των λεπτοφυών ιδιοτήτων και τη ριζική φύση της ορατής ύλης. Στο πεδίο της αντίληψης ερμηνεύεται ως το δοχείο όσων υπάρχουν, ή αλλιώς η «υποδοχή» ή το «δεχόμενο» του Πλάτωνα.

Το Ησιόδειο Χάος διαφοροποιημένο ως Γαία γεννά τον Ουρανό που κατόπιν την γονιμοποιεί. Ο Χώρος γίνεται τώρα χώρα και σώμα της Ψυχής, φορέας των νοητών υποστάσεων, των θεών που μετέχουν στο «είναι» της. Συνεχής και άμορφος, απέραντος και απεριόριστος ο χώρος – Γαία, γεννά ύστερα τον Χρόνο (Κρόνο), αλλά κατόπιν γίνεται σύζυγός του και παράγοντας ροής με τη μορφή της Ρέας. Ακόμη, γίνεται ο μεγάλος τάπητας, ο ψυχικός ιστός των άπειρων ιεραρχιών των δυνάμεων ή αρχών ή θεών, αν βέβαια οι δυνάμεις αυτές προσωποποιηθούν όπως στη Θεογονία του Ησίοδου. Γίνεται το δοχείο που ο Πλάτων αποκαλεί «υποδοχή ή δεχόμενο» και το περιγράφει ως την έκταση που περιέχεται στο πνεύμα, και ως χώρο τον οποίο οι πνευματικές εικόνες ή ιδέες αποκαλύπτουν τόσο ως νοητό αλλά και ως γνωστικό στοιχείο. Εκτός από «υποδοχή» ή δοχείο των ιδεατών, αρχετυπικών μορφών, ο ψυχικός χώρος αποτελεί τη βάση, την ύπαρξη, και το πεδίο της απεριόριστης Ζωής και του άπειρου Νου, του  Δημιουργού.


Πηγή.. 

Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2011

Τα αρχαία ορυχεία των Ελλήνων 18.000-20.000 π.Χ




Ούτε ένα, ούτε δύο, αλλά 118 ορυχεία υπάρχουν διάσπαρτα σε 38 ελληνικά νησιά του Αιγαίου! Και λειτουργούν εδώ και 20.000 χρόνια! Απ' αυτά τα σπλάγχνα ο Αιγαιακός άνθρωπος έκτισε τα σπίτια του, έπλασε τα αγάλματά του, έφτιαξε τα όπλα του, τα εργαλεία του.


Η πρώτη σκαψιά έγινε - απ' ό,τι φαίνεται - στον λόφο Τζίνες της Θάσου, όπου ευρέθησαν τα αρχαιότερα ορυχεία ώχρας στον κόσμο. Δηλαδή ένα από τα αρχαιότερα ορυχεία του κόσμου - εάν όχι το αρχαιότερο! Ο άνθρωπος έσκαβε και έπαιρνε την ώχρα της Θάσου από το 18-20.000 π.Χ. Η ανακάλυψη έγινε από την ΙΗ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, σε συνεργασία με το Μουσείο Μεταλλευμάτων του Μπόχουμ της Γερμανίας, τον Σεπτέμβριο του 1995, υπό την αρχαιολόγο Χάιδω Χρυσανθάκη-Κουκούλη. Εντός αυτού του ορυχείου ανακαλύφθηκαν στοές, αλλά και εργαλεία από κέρατα ελαφιών και από πέτρες, εκείνης της εποχής. (Η Θάσος από την αρχαιότητα - τουλάχιστον από το 3.000 π.Χ. - διέθετε και μεταλλεία χαλκού και σιδήρου, ενώ στους ιστορικούς χρόνους διέθετε και μεταλλεία χρυσού!).


Η ώχρα είναι ένα κόκκινο ή κίτρινο μικρής καθαρότητος σιδηρομετάλλευμα. Αλλά τι την έκαναν την ώχρα οι άνθρωποι της Παλαιολιθικής Εποχής; Οι κατοπινοί ξέρουμε: Την είχαν για χρωστική ουσία. Έφτιαχναν μ' αυτήν τις «σκιές» στα ζωγραφικά έργα τέχνης τους (Πλίνιος). Με την κίτρινη και την κόκκινη ώχρα - την λεγόμενη μίλτο, που την βρίσκουμε ακόμη και στις μυκηναϊκές πινακίδες! - εκτός από χρωστική, την χρησιμοποιούσαν και στα φάρμακα και όταν έδεναν ξύλινα σκαριά, διότι είχαν ιδεί πως στην ναυπηγική τους εξασφάλιζε αδιαβροχοποίηση. Την καλύτερη μίλτο έδινε η Κέα (Θεόφραστος). Η πόλις των Αθηνών είχε το μονοπώλιο της ώχρας της Κέας. Εάν οι Κείοι αθετούσαν τους όρους της συμφωνίας με τους Αθηναίους, οι τελευταίοι είχαν σκληρές κυρώσεις για τους Κυκλαδίτες.


Αντιστοίχως, από θηραϊκή γη (προϊόν των γνωστών ηφαιστειακών εκρήξεων της νήσου Θήρας) κατά την αρχαιότητα κατασκευάζονταν προκυμαίες και κυματοθραύστες, και γι' αυτό εν συνεχεία με το ίδιο προϊόν κατασκευάσθηκαν τα τοιχώματα στις διώρυγες της Κορίνθου, αλλά και του Σουέζ! Το θείο χρησιμοποιείτο από την αρχαιότητα ακόμη για απολυμαντικούς σκοπούς. Για την καλύτερη απόδοση των χωραφιών του ο Λαέρτης στην Ιθάκη χρησιμοποιούσε απολυμαντικό θειάφι. Από τότε η γνώση, διατηρήθηκε έως σήμερα, και πωλείται θειόχωμα για καλύτερη απόδοση των χωραφιών. Η γνώση του πατρός χρησίμευσε και στον υιό. Γι' αυτό όταν ο Οδυσσεύς φόνευσε τους μνηστήρες, διέταξε να ραντίσουν με θειάφι τον χώρο, που είχε μολυνθεί με τα αίματα των νεκρών!... Στον Μεσαίωνα θειάφι χρησιμοποιούσαν για την παρασκευή πυρίτιδας. Αλλά και ως εντομοκτόνο. Σήμερα το χρησιμοποιούν στην πολεμική βιομηχανία και την παραγωγή ελαστικών.


Η πόλις των Αθηνών χρωστά την δύναμή της στα μεταλλεία του Λαυρίου. Το κράτος των Μακεδόνων στα ορυχεία της Σκαπτής Ύλης του Παγγαίου.


Όλος αυτός ο κρυμμένος αιγαιακός πλούτος προσέλκυσε πολλούς ξένους επενδυτές και επιστήμονες στην χώρα μας. Ιδίως τον 19ο και τον 20ό αι. οτυχεία λειτουργούσαν σε 29 ακόμη νησιά! Από την δεκαετία του 1830 θεσπίσθηκε ειδική νομοθεσία για εκμετάλλευση των ορυχείων από το Δημόσιο. Το 1861 ψηφίσθηκε «μεταλλευτική νομοθεσία» για τις παραχωρήσεις τους σε ιδιώτες. Η περίοδος 1870-1907 καλείται η «χρυσή εποχή των ελληνικών μεταλλείων». Αρκεί να σκεφθεί κανείς πως τότε διπλασιάσθηκε ο πληθυσμός της Σερίφου! Αυξήθηκαν όμως και τα εργατικά ατυχήματα, που προκάλεσαν την τεράστια απεργία των εργατών το 1916, χαρακτηρίσθείσα «το πρώτο ελληνικό σοβιέτ».


Σήμερα ξέρουμε πως στα έγκατα της γης της Βορείου Ελλάδος ευρίσκεται λανθάνιο, νεοδύμιο, γαδολίνιο, τέρβιο, κ.ά. ορυκτά. Η πρώτη επίσημη απόπειρα εντοπισμού ουρανίου στο ελληνικό υπέδαφος έγινε στις αρχές του 1950. Σήμερα στην Θράκη είναι γνωστό πως έχει εντοπισθεί ουράνιο - ήδη από την δεκαετία του 1990. Η αξία του ελληνικού ουρανίου ανέρχεται σήμερα σε περίπου 125.000.000 δολλάρια. Περίπου 10.000 τ. ουρανίου υπάρχουν στους νομούς Δράμας, Καβάλλας, Σερρών, Χαλκιδικής (σημ. ένα γραμμάριό του αξίζει 20.000 δολλάρια). Στους ορεινούς όγκους των ν. Θεσσαλονίκης και Κιλκίς και σε μια στενή ζώνη - που εκτείνεται ασυνεχώς σε μήκος άνω των 100 χλμ. - από το Κάτω Νευροκόπι Δράμας έως την Σιδηρώ (όνομα και πράμα) του ν. Έβρου, υπάρχουν έως και διαμάντια - εμφανίζονται ως εγκλείσματα σε διάφορα ορυκτά, όπως το ζιρκόνιο, ο γρανάτης και ο βιοτίτης, σε μεγέθη που κυμαίνονται από 2-150 χιλιοστά του χιλιοστού. Το 1999 κοντά στα χωριά Γαλαρινός, Λιβάδι και Μαραθούσα Χαλκιδικής (20-40 χλμ. ΝΑ. της Θεσσαλονίκης), ανακαλύφθηκαν για πρώτη φορά διαμάντια σε πετρώματα του φλοιού. Για τον χρυσό, ούτε λόγος. Για το πετρέλαιο, που δεν χρειάζεται εξόρυξη, αλλά. αναδύεται μόνο του στην Ζουράφα και στον Άγ. Ευστράτιο, ούτε λόγος.


Κι έπειτα καθόμαστε και ακούμε ψέματα από πολιτικούς πως η Ελλάδα θα χρεωκοπήσει, θα πτωχεύσει, θα πεθάνει. Ανίκανοι να σηκώσουν τα μανίκια και να εργασθούν πάνω σε αυτήν την πλούσια γη, ανάξιοι της θέσεώς τους, λιγότεροι της ιστορίας, θα μείνουν στα κιτάπια των επομένων ως οι καημένοι των σύγχρονων ελληνικών καιρών. Ψεύτες, αγύρτες και διαπλεκόμενοι «όλοι μαζί αντάμα» πώς συνέπεσαν στον ίδιο καιρό;


ΠΗΓΕΣ:


Κατράκης Δ. Στ. «Ορυκτός πλούτος και οικονομική ανάπτυξις της χώρας», 1965.


Κλαρκ Έντ. Ντ. «Περιγραφή των ελληνικών μαρμάρων που προέρχονται από τις ακτές του Ευξείνου, του Αρχιπελάγους και της Μεσογείου», 1809.


Κορδέλλας Α. «Η Ελλάς εξεταζομένη γεωλογικώς και ορυκτολογικώς», 1878.


Μαυροκορδάτου Δ., Μενδώνη Λ., Μπαλοδήμου Μ., Μπελαβίλας Ν., Παπαστεφανάκη Λ., Φραγκίσκος Αντ. «Ορυχεία του Αιγαίου», εκδ. «Μέλισσα».


Παπαζήσης Ιω. «Ο άγνωστος ορυκτός πλούτος της Ελλάδος», εκδ. «Κάδμος», 2008. Του ιδίου «Πολύτιμοι λίθοι και στρατηγικά ορυκτά της Ελλάδος», εκδ. «Κάδμος», 2009.


Τσάιμου Κων. Γ. «Ορολογία της αρχαίας μεταλλείας», Πανεπ. Εκδ. ΕΜΠ.


Πηγή.. 

Σάββατο 13 Αυγούστου 2011

Η καταδίκη της δεισιδαιμονίας από τους Έλληνες φιλοσόφους


Σύμφωνα προς τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους τα εξής τρία κοινωνικά φαινόμενα, δηλαδή: α΄) η ειδωλολατρία, β΄) η φυσεοφοβία (Παγανισμός), και γ΄) η μαγεία, αποτελούσαν μέρη της πνευματικής μάστιγας που ονομαζόταν γενικά δεισιδαιμονία.
Η δεισιδαιμονία ήταν διαδεδομένη ανάμεσα στους απαίδευτους ανθρώπους, ανεξάρτητα κοινωνικής τάξης και οικονομικής επιφάνειας. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και σήμερα.
Οι ιερείς της αρχαιότητας θεωρούσαν, ότι το Θείον μπορούμε να τον πλησιάσουμε μόνο μέσα από την έρευνα και την φιλοσοφία. Η αναζήτηση της αλήθειας γύρω από το πρόσωπο και τη φύση του Θεού ήταν ότι σημαντικότερο για τον αρχαίο Έλληνα× σε αντιδιαστολή φυσικά με το χριστιανικό «πίστευε και μη ερεύνα»:

«Για τούτο η αναζήτηση της αλήθειας, και μάλιστα αυτή που αναφέρεται στους θεούς, είναι έντονη ορμή προς τη θεότητα. Η σχετική μάθηση και η έρευνα είναι όμοια κατά κάποιο τρόπο με ανάληψη ιερών καθηκόντων και έργο ιερότερο από κάθε θρησκευτική αποχή, από κάθε υπηρεσία στους ναούς...»
(Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί Ίσιδος και Οσίριδος», 351Ε)... 

Ο Πλούταρχος, λοιπόν, υποστήριζε ότι η μελέτη και η έρευνα γύρω από την θεία φύση είναι σημαντικότερη ακόμα και από την ανάληψη ιερατικών καθηκόντων.
Ο άνθρωπος, που ενώ δεν γνωρίζει την ουσία του Θεού είναι θρήσκος τότε θα καταλήξει στην δεισιδαιμονία:...
«Η αμάθεια και η άγνοια σχετικά με τους θεούς χωρίζεται ευθύς εξ αρχής σε δύο ρεύματα, από τα οποία το ένα δημιουργεί στους σκληρούς χαρακτήρες, σαν πάνω σε τραχύ έδαφος, την αθεΐα, και στους μαλακούς (λεπτούς) χαρακτήρες, σαν σε υγρά εδάφη, τη δεισιδαιμονία. Οποιαδήποτε ψευδής αντίληψη, ιδίως αν αφορά τα ζητήματα αυτά, είναι πολύ κακό πράγμα× αν μάλιστα δημιουργείται και πάθος, είναι πράγμα κάκιστο. Κάθε πάθος άλλωστε μοιάζει με νοσηρή απάτη. Όπως λοιπόν οι εξαρθρώσεις που συνοδεύονται από τραυματισμό είναι άσχημες, έτσι και οι ψυχικές διαστροφές που συνοδεύονται από πάθος είναι ακόμα πιο άσχημες» (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί δεισιδαιμονίας», 164Ε).

Εξίσου αρνητική με την δεισιδαιμονία, είναι η αθεΐα. Τόσο οι δεισιδαίμονες όσο και οι άθεοι προσβάλλουν τους θεούς με την συμπεριφορά τους× διότι αμφότεροι έχουν εξαπατηθεί και εγκλωβιστεί στην πόλωση τους, υπερβαίνοντας την αρχή του «μέτρου άριστου»× έτσι διαταράσσουν την ισορροπία που διδάσκει η ιδεολογία του Ελληνισμού× ισορροπία μεταξύ ύλης και πνεύματος.:

«... η αθεΐα, αφ’ ενός, καθώς είναι λανθασμένη πεποίθηση ότι δεν υπάρχει τίποτα μακάριο και άφθαρτο, φαίνεται να οδηγεί, με την έλλειψη πίστης στη θεότητα, σε κάποιου είδους έλλειψη αντίληψης, και καταλήγει με το να μην πιστεύει στους θεούς στο να μην τους φοβάται. Από την άλλη μεριά, η δεισιδαιμονία, όπως φανερώνει και το όνομα της, είναι αντίληψη που συνοδεύεται από πάθος, και κρίση που δημιουργεί δέος το οποίο ταπεινώνει και συντρίβει εντελώς τον άνθρωπο, ο οποίος πιστεύει πως υπάρχουν μεν θεοί αλλά πως αυτοί προκαλούν λύπη και βλάβη. Όπως φαίνεται, λοιπόν, ο άθεος είναι ακίνητος όσο αφορά τη θεότητα, ενώ ο δεισιδαίμων κινείται με τρόπο που δεν πρέπει, εκτρεπόμενος από το σωστό (...) Έτσι η αθεΐα είναι λόγος που αποδείχτηκε ψευδής, ενώ η δεισιδαιμονία πάθος που προέρχεται από ψευδή λόγο» (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί δεισιδαιμονίας», 165Β)

Μερικές αράδες παρακάτω, ο Πλούταρχος λέει σχετικά με όσους θεοποιούν από τον φόβο του αγνώστου τις δυνάμεις της φύσης:

«Όποιος όμως φοβάται τους θεούς φοβάται τα πάντα, τη γη, τη θάλασσα, τον ουρανό, το σκοτάδι, το φως, τον θόρυβο, τη σιωπή, το όνειρο» (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί δεισιδαιμονίας», 165Ε).

Ο Πλούταρχος, στο χριστιανικό δίλημμα «κόλαση ή παράδεισος» που κατατρέχει τους ανθρώπους και δίνει στον κλήρο θεϊκή εξουσία μέσω της «άφεσης αμαρτιών» απαντά (αν και... αγνοούσε τον Χριστιανισμό) βάση των Ελληνικών λαϊκών παραδόσεων περί μεταθανάτιων τιμωριών:

«Γιατί όμως μακρηγορούμε; «Για όλους τους ανθρώπους ο θάνατος είναι το τέλος της ζωής»[1], αλλά όχι και της δεισιδαιμονίας, αφού αυτή περνάει τα σύνορα της ζωής προς το επέκεινα, κάνοντας τον φόβο πιο μακροχρόνιο από τον βίο, συνδέοντας με τον θάνατο την αντίληψη περί κακών αθανάτων, και θεωρώντας, τη στιγμή που απαλλάσσεται από τα δεινά, ότι τότε μπαίνει σε βάσανα που δεν έχουν τελειωμό. Ανοίγουν τότε κάποιες βαθιές πύλες του Άδη, και πύρινοι ποταμοί ενώνονται με ρεύματα της Στυγός, και το σκοτάδι γεμίζει από τρομακτικές εικόνες φανταστικών μορφών, που επιτίθενται βγάζοντας φοβερές φωνές, ενώ δικαστές και τιμωροί, χαράδρες και κόλποι, βρίθουν μύριων κακών. Με τον τρόπο αυτό η κακοδαίμων δεισιδαιμονία, με την υπερβολική προσπάθεια της ν’ αποφύγει οτιδήποτε φαίνεται φοβερό, χωρίς να το καταλαβαίνει υποβάλλεται από μόνη της σε κάθε είδους δεινά» (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί δεισιδαιμονίας», 166F).

Σύμφωνα προς τον Πλούταρχο δεν υπάρχει «Θεός τιμωρός», παρά μόνο μέσα στα μυαλά των δεισιδαιμόνων:

«Για τον δεισιδαίμονα, όμως, κάθε σωματική ασθένεια καθώς και η απώλεια χρημάτων και οι θάνατοι των παιδιών του και η κακή του πορεία και αποτυχία στην πολιτική ζωή ονομάζονται πλήγματα από τον θεό, χτυπήματα από τη θεία τύχη. Έτσι δεν τολμάει να επιχειρήσει να επανορθώσει το κακό ούτε να το εξαλείψει ή να το αντιμετωπίσει, για να μη δώσει την εντύπωση ότι αντιδικεί με τον θεό και αντιδρά στην τιμωρία που του επιβάλλεται, αλλά, όταν είναι άρρωστος, διώχνει τον γιατρό, όταν πενθεί, δεν αφήνει να μπει ο φιλόσοφος που θα τον συμβουλεύσει και θα τον παρηγορήσει. «Άσε με», του λέει, «άνθρωπε μου, να τιμωρηθώ ο ασεβής, ο καταραμένος, ο μισητός από θεούς και δαίμονες»[2] (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί δεισιδαιμονίας», 168C).

Ενάντια στην λαϊκή πίστη που θέλει τον Θεό τιμωρό, είχε καταφερθεί πριν τον Πλούταρχο, ο Πλάτων:

«Τα αίτια των συμφορών κάπου αλλού πρέπει να αναζητάμε και όχι στο θεό» (Πλάτων, «Πολιτεία», 379c).

«Μάταια οι άνθρωποι κατηγορούν τους θεούς, υποστηρίζοντας ότι από ’κείνους προέρχονται οι συμφορές τους» (Πλάτων, «Αλκιβιάδης Α΄», 142d).

Κατά της δεισιδαιμονίας έχει γράψει και ο Πρόκλος:

«... μήτε να με αποπλανήσει το γένος δεισιδαιμόνων ανθρώπων από την ιεράν οδόν την φεγγοροβόλον, με τους λαμπρούς καρπούς» (Πρόκλος, «Ύμνος εις τας Μούσας»).

Ο Ευριπίδης, επίσης, έχει δριμύτατα καταφερθεί εναντίον της βασκανίας, μια μορφή δεισιδαιμονίας που σχετίζεται με την μαγεία:

«Είναι καθήκον σου να θεωρείς εχθρό το βάσκανο άνθρωπο
και να ακολουθείς τους σοφούς και όσους έχουν καλή ανατροφή» (Ευριπίδης, «Αποσπάσματα»).

Τέλος, ο Πλούταρχος μας προειδοποιεί, ότι πρέπει να βρισκόμαστε σε εγρήγορση για να μην καταλήξουμε στα άκρα. Δηλαδή στην δεισιδαιμονία και την αθεΐα. Κάτι τέτοιο θα το καταφέρουμε μόνο αν έχουμε ορθή γνώση του Θεού, κρατώντας σε ισορροπία στην κρίση μας την λογική με το συναίσθημα:

«... διότι ορισμένοι τυφλώθηκαν εντελώς και γλίστρησαν προς τη δεισιδαιμονία, ενώ άλλοι, αποφεύγοντας τον βούρκο της δεισιδαιμονίας, έπεσαν, χωρίς να το καταλάβουν, στο γκρεμό της αθεΐας.
»68. Γι’ αυτό πρέπει για τα θέματα τούτα κυρίως να πάρουμε από τη φιλοσοφία τον λόγο ως μυσταγωγό και να σκεφτόμαστε με ευλάβεια καθετί απ’ όσα λέγονται ή γίνονται στις τελετές, για να μην κάνουμε κι εμείς λάθος...» (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί Ίσιδος και Οσίριδος», 378A).

Ο Ελληνισμός ενάντιος και στην αιγυπτιακή δεισιδαιμονία
Ο Ελληνισμός, ως ζωντανή ιδεολογία ανθρωποκεντρικού περιεχομένου, είδε τους θεούς ανθρωπόμορφους. Όχι φυσικά επειδή ο Θεός ή οι θεοί μοιάζουν των ανθρώπων αλλά επειδή ο άνθρωπος βρίσκεται στο επίκεντρο της φιλοσοφίας του.
Γι’ αυτό και μέσα από τα αλληγορικά μηνύματα των Ελληνικών μύθων, δόθηκαν στους θεούς ανθρώπινες αδυναμίες με σκοπό την ηθική διδασκαλία των ανθρώπων και την κωδικοποίηση αστρονομικής γνώσης και όχι για την διαπόμπευση των εκφράσεων του θείου. Αυτό μας το επιβεβαιώνει ο Πλούταρχος:

«Αλλά είναι ανόσιο να αποδίδουμε στους θεούς τα δικά μας ανθρώπινα πάθη ή να θεωρούμε ότι τα δικά μας πάθη είναι θεϊκά» (Πλούταρχος, «Ερωτικός»).

Στην αιγυπτιακή θρησκεία ίσχυαν εντελώς διαφορετικές προτεραιότητες. Εκεί το επίκεντρο δεν ήταν ο άνθρωπος αλλά ο μονάρχης. Ο Φαραώ, που θεωρούνταν γιος του θεού και θεός ο ίδιος. Σε αυτήν την «ελέω θεού μοναρχία», ο Φαραώ ήταν και αρχιερέας συγκεντρώνοντας κατά αυτόν τον τρόπο όλες τις εξουσίες στο πρόσωπο του.
Κατά την προκατακλυσμιαία εποχή, η Αίγυπτος αποτελούσε τμήμα ενός κοινού πολιτισμού. Μετά την καταβύθιση της Αιγηίδας η χώρα τράβηξε τον δικό της δρόμο στην εξέλιξη της ιστορίας. Από τα «Αργοναυτικά» του Ορφέα γνωρίζουμε, ότι την βασική γνώση για τα θεία πράγματα, την δίδαξε ο Ορφέας. Ο ίδιος το ομολογεί στους παρακάτω στίχους:

«Επίσης (σου είπα) και όσα ιερά λόγια εξεγένησα (διεκήρυξα) εις την Αίγυπτον, όταν προσήγγισα εις την ιεράν Μέμφιν και τας ιεράς πόλεις του Άπιδος, τας οποίας στεφανώνει (περιβάλλει) ο Νείλος, που χύνει πολλά νερά» (Ορφέας, «Αργοναυτικά», στ. 42-44).
«απεκαλύπτων εις τους ανθρώπους τα θέσφατα (τους χρησμούς) εις την Αίγυπτον και εις την Λιβυήν» (Ορφέας, «Αργοναυτικά», στ. 102-104).

Η αντίληψη των Ελλήνων περί του Θείου, όμως, ήταν προϊόν ελεύθερης σκέψης προσαρμοσμένης φυσικά στις ανάγκες ελεύθερων ανθρώπων. Οι ελεύθεροι άνθρωποι, όπως είναι γνωστό, δεν ανέχονται μονάρχες και τυράννους. Η Αίγυπτος, όμως, δεν αποτελούνταν από ελεύθερους ανθρώπους, άρα έπρεπε να βρεθεί μία λύση στο θρησκευτικό ζήτημα. Η λύση τελικά βρέθηκε. Ο Πλούταρχος μας πληροφορεί σχετικά:

«Άλλοι, τέλος, διηγούνται ότι κάποιος από τους φοβερούς και πανούργους εκείνους βασιλείς, καταλαβαίνοντας πως οι Αιγύπτιοι έχουν χαλαρό φρόνημα και είναι επιρρεπείς στις μεταβολές και τις επαναστάσεις κι ότι, πολυπληθείς καθώς είναι, είναι δύσκολο ν’ αντιμετωπιστούν και να κατασταλούν όταν ομογνωμούν και δρουν από κοινού, εγκατέσπειρε με τις διδαχές του δεισιδαιμονία, αιώνια αφορμή για ακατάπαυστη διχόνοια» (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί Ίσιδος και Οσίριδος», 380Α).
Η αιγυπτιακή θρησκεία ήταν δηλαδή μία καθαρά δεισιδαιμονική αντίληψη για τους θεούς, γεμάτη φόβους και ανασφάλειες. Καταλυτικό ρόλο στην ψυχοσύνθεση των πιστών έπαιζαν και οι κτηνόμορφες εικόνες των θεών. Βεβαίως το ιερατείο και οι μυημένοι γνώριζαν ότι τα ζώα δεν είναι θεοί, αλλά σύμβολα. Αυτό, όμως, δεν το αποκάλυπταν στον λαό που τον ήθελαν ευκολόπιστο και φοβισμένο:
«Στην Αίγυπτο, όταν κάποιος πλησιάζει ένα τέμενος εντυπωσιάζεται από τη λαμπρότητα του, από τους ιερούς του κήπους, την μεγάλη είσοδο και την ομορφιά του, περιτριγυρισμένο καθώς είναι με επιβλητικές σκηνές, κι επίσης από τις γεμάτες δεισιδαιμονία ιεροτελεστίες που έχουν χαρακτήρα μυστηρίων× σαν μπει όμως παραμέσα, στα ενδότερα, βλέπει να προσκυνούν μια γάτα ή ένα πίθηκο ή ένα κροκόδειλο ή σκύλο ή τράγο. Η σκοπιμότητα είναι να νομίσει ο μυούμενος ότι πίσω απ’ αυτά κρύβεται κάποιο σπουδαίο νόημα. Και μπορεί μεν οι χριστιανοί να κοροϊδεύουν τους Αιγυπτίους, (που στο κάτω κάτω μας εξηγούν ότι τα ζώα τα λατρεύουν ως σύμβολα αοράτων, αιώνιων ιδεών και όχι - όπως νομίζει ο πολύς κόσμος - ως ζώα καθαυτά)...» (Κέλσος, «Αληθής Λόγος», Γ΄).

Οι Έλληνες, διαφωνούσαν με την τακτική υπόθαλψης της δεισιδαιμονίας των Αιγυπτίων. Ο Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος, όπως και ο Ορφέας, είχε διδάξει στους Αιγυπτίους ιερά μυστήρια. Προσπαθώντας να τους συνεφέρει από την δεισιδαιμονία τους δίδασκε την ορθή φύση των θεών:

«Ο Ξενοφάνης, λοιπόν, ο Κολοφώνιος, έθεσε ως αρχή στους Αιγυπτίους, αν τους θεωρούσαν θεούς, να μην τους θρηνούν και, αν πάλι τους θρηνούν, να μην τους πιστεύουν για θεούς...» (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί Ίσιδος και Οσίριδος», 379B).

Όταν ο Ηρόδοτος προσπάθησε να «μπερδέψει» τα πράγματα ανάμεσα στην Ελληνική αντίληψη περί θείου και στο αιγυπτιακό πάνθεο, ισχυριζόμενος ψευδώς ,ότι οι Αιγύπτιοι δίδαξαν τα μυστήρια και την λατρεία των θεών στους Έλληνες, πήρε την παρακάτω οργισμένη απάντηση από τον ιερέα και φιλόσοφο Πλούταρχο:

«Λέει πως οι Έλληνες έμαθαν από τους Αιγυπτίους τις πομπές και τις πανηγύρεις και τη λατρεία των δώδεκα θεών× το όνομα, μάλιστα, του Διονύσου, λέει, έμαθε από τους Αιγυπτίους ο Μελάμπους, ο οποίος δίδαξε και τους άλλους Έλληνες. Τα μυστήρια επίσης και τις τελετές της Δήμητρας, λέει, μετέφεραν από την Αίγυπτο οι θυγατέρες του Δαναού. Υποστηρίζει πως οι Αιγύπτιοι στηθοκοπιούνται και πενθούν, αλλά δεν θέλει να αναφέρει προς τιμήν τίνος θεού, διότι προσέχει τα λόγια του στα ιερά ζητήματα. Για τον Ηρακλή, όμως, και για τον Διόνυσο, τους οποίους τιμούν οι Αιγύπτιοι, λέει ότι τους τιμούν ως αρχαίους θεούς, ενώ γι’ αυτούς που τιμούν οι Έλληνες λέει ότι τους τιμούν ως ανθρώπους που γέρασαν, χωρίς να δείχνει πουθενά την ίδια ευσέβεια. Υποστηρίζει, παρά ταύτα, ότι ο Αιγύπτιος Ηρακλής ανήκει στους δεύτερους θεούς και ο Διόνυσος στους τρίτους, υπό την έννοια ότι κάποτε άρχισαν να υπάρχουν και ότι δεν είναι αιώνιοι. Λέει όμως πως εκείνοι είναι θεοί, ενώ πως σε τούτους πρέπει να προσφέρουμε καθαρμούς, θεωρώντας τους θνητούς ήρωες, και όχι να τους προσφέρουμε θυσίες, θεωρώντας τους θεούς. Τα ίδια λέει και για τον Πάνα, ανατρέποντας με τις αλαζονικές μυθολογίες των Αιγυπτίων τα πιο σεβαστά και αγνά στοιχεία των Ελληνικών ιερών» (Πλούταρχος, «Περί της Ηροδότου κακοηθείας», 857C).

Ο Πλούταρχος υποστήριζε, όπως και ο Ορφέας, ότι οι Έλληνες ήταν εκείνοι που δίδαξαν την λατρεία των θεών στους Αιγυπτίους:
«... χρησιμοποιούν το όνομα Ίσις από το ίεσθαι (προχωρώ ορμητικά) με γνώση και κινούμαι, διότι είναι κίνηση που διαθέτει ψυχή και φρόνηση. Στην πραγματικότητα το όνομα τούτο δεν είναι βαρβαρικό, αλλά, όπως για όλους τους θεούς υπάρχει όνομα κοινό που προέρχεται από το θεατός και το θέων (αυτός που τρέχει), έτσι και τη θεά τούτη από την ακριβή γνώση και συνάμα την κίνηση Ίσιδα εμείς, Ίσιδα και οι Αιγύπτιοι αποκαλούν. (...) Ο Όσιρις πάλι έχει όνομα σύνθετο από το όσιος και ιερός, διότι είναι κοινός λόγος ανάμεσα στα πράγματα του ουρανού και του Άδη... (...) Δεν πρέπει όμως να απορεί κανείς με τον εξελληνισμό των ονομάτων, διότι βέβαια και πολλά άλλα, που έφυγαν μαζί με τους ξενιτεμένους Έλληνες, συνεχίζουν και υπάρχουν μέχρι και σήμερα απόδημα σε άλλους λαούς... (...) ...διότι θεωρώ πως το πρώτο (Σάραπις) είναι ξενικό, ενώ το δεύτερο (Όσιρις) Ελληνικό...» (Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί Ίσιδος και Οσίριδος», 375C&D).

Είναι ξεκάθαρο, ότι ο Ελληνισμός δεν αποδέχεται ειδωλολατρία, φυσεοφοβία (Παγανισμό) και θεοποίηση των ζώων. Όλα αυτά θεωρούνταν στοιχεία δεισιδαιμονίας και αποτελούσαν ξένο σώμα στην Ελληνική κοσμοθεωρία.


Η «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ» κατά της δεισιδαιμονίας
Πολλοί υποστηρίζουν, ότι ο απελευθερωτικός αγώνας του 1821 έγινε «για της πατρίδος την ελευθερία και του Χριστού την πίστη την Αγία». Αυτό είναι μερικώς ορθό. Διότι, εκείνοι που οραματίστηκαν την ελευθερία της Ελλάδας δεν ήταν ούτε το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, ούτε οι κοτσαμπάσηδες. Ήταν οι κύκλοι μορφωμένων (διαφωτιστών) Ελλήνων του εξωτερικού. Οι πατριώτες αυτοί αφού έμαθαν τα αρχαία κείμενα και τους αρχαίους συγγραφείς, και αφού ένιωσαν Έλληνες (και όχι Ρωμιοί), στην συνέχεια ξεκίνησαν την ιδεολογική προετοιμασία ενός τέτοιου εγχειρήματος.
Έτσι και μετά από πολλές περιπέτειες, το έτος 1806 στην Ιταλία κυκλοφόρησε ένα επαναστατικό κείμενο που έμελλε να γίνει η ιδεολογική διακήρυξη της Ελληνικής εξέγερσης. Το έργο αυτό τιτλοφορήθηκε «Ελληνική Νομαρχία» και ο συγγραφέας του παραμένει άγνωστος μέχρι και σήμερα, εφόσον επέλεξε την οδό της ανωνυμίας. Είναι ο διάσημος - άσημος, Ανώνυμος ο Έλλην.
Η «Ελληνική Νομαρχία» θεωρείται ως η μόνη εργασία Ελληνικής πολιτικής αγωγής που συντάχτηκε τα νεότερα χρόνια. Ουσιαστικά, όμως, είναι η ιδεολογία του Ελληνισμού προσαρμοσμένη στις επικρατούσες συνθήκες των αρχών του 19ου αιώνα.
Ο Ανώνυμος ήταν ένας άνθρωπος που είχε μελετήσει Ηρόδοτο, Πλάτωνα, Θουκυδίδη, Ξενοφώντα και Πλούταρχο, όπως προκύπτει από την ανάγνωση της «Νομαρχίας». Ο ίδιος, όμως, επιλέγει να δώσει το βαθύτερο ιδεολογικό του στίγμα μνημονεύοντας ιδιαίτερα τον Πλούταρχο[3] στο κείμενο του.
Οραματιζόμενος, λοιπόν, την νέα Ελλάδα την αισθάνθηκε απαλλαγμένη από τα δεσμά της δεισιδαιμονίας. Ο καυστικός του λόγος παρατίθεται δίχως σχόλια διότι περιττεύουν. Αρκεί, να καταλάβει ο αναγνώστης την διαχρονική διάσταση της αναγκαιότητας του μηνύματος του Ελληνισμού, αλλά και τα δεινά που προξενεί η δεισιδαιμονία στους ανθρώπους:

«Εσείς, ω αθάνατοι ψυχαί των ελευθέρων προγόνων μου, ενδυναμώσατε τώρα τον ζήλον μου με τα ηρωικά σας εντάλματα, δια να εκφράσω καθώς πρέπει τα της Ελευθερίας κάλλη εις τους απογόνους σας. Και συ, ιερά Πατρίς, εγκαρδίωσον και στερέωσον την προς σε αγάπην μου με την ενθύμησιν των παλαιών τερατουργημάτων σου, δια να παραστήσω με σαφήνειαν εις τα τέκνα σου τα φοβεράς χρείας σου και να ενθουσιάσω τας ελληνικάς των καρδίας με τον θείον σου έρωτα» (7).
«Αυταί αι τυραννίαι, ω Έλληνες, είναι συνθεμέναι από θεοκρατίαν και ολιγαρχίαν» (94).
«Η δε θεοκρατία είναι ο κλήρος. (α) Οι ιερείς αγαπητοί μου, φυλάττοντες ένα σκοπόν, καθόλου διάφορον από τους λοιπούς συμπολίτας, πάντοτε επροσπάθησαν με το μέσον της θεότητος να καταδυναστεύσουν τους συμπολίτας των καθώς μέχρι της σήμερον με την αμάθειαν και κακομάθησιν επέτυχον του σκοπού των. Αυτοί, καλύπτοντες με τίτλον αγιότητος τα πλέον φανερά ψεύματα, εγέμισαν τους αδύνατους νόας του λαού από μίαν τοσαύτην δεισιδαιμονίαν, ώστε όπου αντί να ονομάσουν ψεύμα το αδύνατον, το ονομάζουν άγιον...» (95).
«Από τότε λοιπόν έως εις τους 364 μετά Χριστόν, όπου διεμοιράσθη το Ρωμαϊκόν βασίλειον εις Ανατολικόν και Δυτικόν, οι Έλληνες υπόκειντο εις φοβεράν τυραννίαν και έπαθον ανήκουστα βάσανα και ταλαιπωρίας από τους διαφόρους σκληροτάτους ιμπεράτωρας οπού η Ρώμη τους έπεμπεν. Δεν εδύναντο να ελευθερώσι από τοιούτον ζυγόν (αγκαλά και τα ήθη των να μην ήτον παντάπασιν διεφθαρμένα και να υπόκειντο εις ξένην αρχήν) επειδή η επικράτεια ήτον μεγαλωτάτη και δεν υπέφερον όλοι εξ ίσου τας δυστυχίας και εξακολούθως δεν ημπορούσαν να ενωθούν όλοι μαζί δια να εξολοθρεύσουν τους τυράννους των (α). Από τότε λοιπόν όπου εστερεώθη ο χριστιανισμός έως εις τους 1453, αντίς να αυξήσουν τα μέσα της ελευθερώσεώς των, φευ! εσμικρύνοντο. Η δεισιδαιμονία και ο ψευδής τε και μάταιος ζήλος των ιερέων και πατριαρχών κατεκυρίευσεν τας ψυχάς των βασιλέων, οι οποίοι, αντίς να επιμελούντο εις το να διοικώσι τον λάον καθώς έπρεπε, άλλο δεν εστοχάζοντο παρά να φιλονικώσι και να κτίζωσιν εκκλησίας. Τότε εις την Ελλάδα εφάνησαν τρεις κυριότητες: η Τυραννία, το Ιερατείον και η Ευγένεια, αι οποίαι δια ένδεκα αιώνας σχεδόν κατέφθειραν τους Έλληνας και κατερήμωσαν την Ελλάδα. Η ματαιότης των πατριαρχών και παπών επροξένησεν το σχίσμα ανάμεσον ημών και των λατίνων. Και η δεισιδαιμονία ήνωσεν εις αυτό εν μίσος φοβερόν μέχρι της σήμερον.
»Αφού λέγω το Ιερατείον ηθέλησε να ενώση τα εκκλησιαστικά εντάλματα με τους πολιτικούς νόμους, δια να τιμάται εν ταυτώ και να ορίζη, χωρίς δυσκολίαν εκατάλαβεν ότι αναγκαίον ήτον πρότερον να τυφλώση τον λαόν με την αμάθειαν, δια να στερεώση καλλιότερα τον σκοπόν του. Και ούτως επροσπάθησεν να εσβήση κάθε σπουδήν εις την Ελλάδα και υπερασπίσθη την αμάθειαν. Αι επιστήμαι, οπού πρότερον ήνθιζον, άρχισαν να μαρανθώσι, τα σχολεία εσφαλίσθησαν, οι διδάσκαλοι εμωράνθησαν και η αλήθεια με την φιλοσοφίαν εξωρίσθησαν. Άλλο βιβλίον δεν ευρίσκετο ειμή τα πονήματα των ιερέων. Κάθε φιλόλογος άλλο δεν ημπορούσε να αναγνώση ειμή τα θαύματα και τους βίους των αγίων. Και οι ταλαίπωροι Έλληνες, αγκαλά και φιλελεύθεροι, υστερημένοι όμως από το φως της φιλοσοφίας, έγιναν σχεδόν δούλοι κατά συνήθειαν, μεμεθυσμένοι δε από την αμάθειαν και δεισιδαιμονίαν υπήκουον και εφοβούντο τους τυράννους των χωρίς να ηξεύρουν το διατί. Ένας αφορισμός του αρχιερέως ετρόμαζεν τόσα μιλούνια ανθρώπων. Ω δεισιδαιμονία, πόσον φοβερά είσαι ανάμεσα εις τα ανθρώπινα πάθη και πόσον ουτιδανώνεις την ανθρωπότητα όταν κυριεύσης τας ψυχάς των απλών και αμαθών λαών× οι οποίοι τόσον απομωρώνονται, όπου τρέμουσιν εις την ψευδή λαλιάν σου, καθώς τα βρέφη φοβούνται ένα όφιν ξύλινον ή ένα χαλκούν λέοντα. Εις τοιαύτην κατάστασιν, αδελφοί μου, ευρίσκετο η Ελλάς όταν προ 453 χρόνων από την σήμερον η αυτή δεισιδαιμονία και η αμάθεια είχεν αναβιβάσει εις υψηλόν θρόνον ένα αχρείον αιθίοπα, ο οποίος ώρμησε με τα άρματα του ψεύδους και της πλάνης και εκυρίευσεν σχεδόν το τέταρτον της γης» (105 έως 108).

Ο Ανώνυμος γράφει αυτά τα σημαντικά και άλλα πολλά. Σημασία πάντως έχει, ότι  από τα παραπάνω αποσπάσματα γίνεται κατανοητό το πόσο η αρχαία Ελληνική σκέψη είχε επηρεάσει τους διανοούμενους διαφωτιστές, που ονειρεύονταν την αναγέννηση του Ελληνισμού και όχι της διεθνιστικής Ρωμιοσύνης!
Ο Ανώνυμος επίσης καταγγέλλει ως ανθελληνική και εναντίον των συμφερόντων του Γένους, την ταύτιση Εκκλησίας και Κράτους. Ο ίδιος υποστηρίζει, ότι εξαιτίας αυτής της σχέσης έχουν προκληθεί στους Έλληνες μεγάλα δεινά. Και το κείμενο αυτό γράφτηκε 194 έτη πριν διατυπώσει τις επίμαχες απόψεις του ο νυν υπουργός Δικαιοσύνης, από έναν γνήσιο Έλληνα πατριώτη και επαναστάτη, που έβλεπε την πατρίδα του υπόδουλη και τον Κλήρο στην πλειοψηφία του να συνεργάζεται και να ευλογεί τον κατακτητή. Όπως και να το κάνουμε, η «Ελληνική Νομαρχία» είναι αδιαμφισβήτητο ντοκουμέντο, αν και λίαν ενοχλητικό για κάποιους ρασοφόρους. Με το βιβλίο αυτό στο χέρι, πάντως, έκαναν οι Έλληνες επανάσταση το 1821. Με τα ιδεώδη του Ελληνισμού ζυμώθηκε ιδεολογικά και προετοιμάστηκε η εξέγερση εναντίον των Τούρκων, την οποία (για την ιστορία) ο Γρηγόριος ο Ε΄ την αφόρισε.
Το κεντρικό συμπέρασμα, πάντως, είναι ένα: ο Ελληνισμός, είναι θανάσιμος εχθρός της δεισιδαιμονίας. Και τότε αλλά και τώρα! Και όσοι επιμένουν στις δεισιδαιμονίες, δεν μετέχουν στην Ελληνική Παιδεία, άρα ούτε Έλληνες έχουν δικαίωμα να αυτοαποκαλούνται.


Πέμπτη 11 Αυγούστου 2011

Μετανσαρκώσεις


Η ανθρώπινη ψυχή είναι αθάνατη, γιατί είναι τμήμα του συμπαντικού νου, και γι’ αυτό μετενσαρκώνεται πολλές φορές για δοκιμασία και βελτίωση.
Η χριστιανική θρησκεία διδάσκει την αιωνιότητα της κόλασης και του παραδείσου και οι ιερωμένοι διδάσκουν ότι μπορούν να στείλουν τμήμα του θεού, που είναι η ανθρώπινη ψυχή, στην κόλαση και δεν γνωρίζουν ότι: «Συ απόσπασμα ει του Θεού. Έχεις τι σεαυτώ μέρος εκείνου. Τι αγνοείς σου την ευγένειαν; Τι ουκ οίδας οπόθεν ελήλυθας; Ουκ οίδας τάλας, ότι τον θεόν γυμνάζεις; Θεόν περιφέρεις;» (Διατριβές Επικτήτου). Νεοελληνική απόδοση: Εσύ είσαι μέρος του θεού. Έχεις στον εαυτό σου ένα μέρος εκείνου. Γιατί αγνοείς την ευγένεια; Γιατί δεν ξέρεις από πού ήρθες; Δεν είδες, δυστυχισμένε, ότι γυμνάζεις τον θεό; Τον θεό κουβαλάς;
«Υπάρχουν όντα φωτός, όπως οι ψυχές, οι αιθερικές και οι ενεργειακές οντότητες, που ανέπτυξαν τους τρόπους της συνείδησης τους μέσω των πυκνότερων μορφών έκφρασης. Οι πυκνότερες μορφές είναι τα υλικά σώματα που επιτρέπουν σε αυτές να δοκιμάσουν μέσω των αισθήσεων τους τις ομορφιές των εξελισσόμενων πλανητών, τους οποίους επέλεξαν για την ενσάρκωσή τους.
Κατά την διάρκεια της ζωής, η μετενσαρκωμένη ψυχή συμμετέχει σε πολλές διαφορετικές εμπειρίες της ανθρώπινης ύπαρξης.
Όλες οι ψυχές είναι πνευματικά όντα του φωτός που παραμένουν δραστήρια συνδεμένες με τον δημιουργό και τον κόσμο του δημιουργού, μέσω μιας ολογραφικής συνδετικότητας.
Έχουν εξελιχθεί σαν μοναδικές αλλά διαφορετικές εκδηλώσεις του ενιαίου συμπαντικού νου. Πάρα την ενότητα των ψυχών με τον δημιουργό και τον κόσμο, προσωρινά οι ψυχές χάνουν την μνήμη της πνευματικής προέλευσής τους μέσα στους πυκνούς φυσικούς οργανισμούς που είναι ο σώμα.
Στην πραγματικότητα, οι υψηλότεροι πνευματικοί οργανισμοί των ψυχών  διατηρούν μια κοσμική συνειδητοποίηση και μια σύνδεση με την θεϊκή υπόσταση.
Κατά την διάρκεια του κύκλου των μετενσαρκώσεων του ανθρώπου, τα ενσαρκωμένα πνευματικά όντα έρχονται για φοίτηση στο «γήινο σχολείο», για να μάθουν για τις υψηλότερες ιδιότητες της ζωής και κυρίως για να βοηθήσουν τους συνταξιδιώτες συνανθρώπους τους στην πνευματική τους εξέλιξη. Κατά την διάρκεια του χρόνου αυτού παρουσιάζονται εμπόδια στην πορεία τους, που είναι, αρκετά συχνά, προϊόντα της συμπεριφοράς και των τρόπων τους. Έτσι άθελά τους σκοντάφτουν πάνω στα εμπόδια αυτά κατά την διάρκεια της ενσάρκωσής τους, και αντιλαμβάνονται τη λάθος αντίληψη που είχαν για την υλική πραγματικότητα. Αυτά τα λάθη αντίληψης στο πνευματικό μας επίπεδο μας εμποδίζουν στο να συνυπάρξουμε αρμονικά με τους συνανθρώπους μας και αυτή η λάθος αντίληψη προκαλεί συχνά ασθένειες μέσα στο φυσικό σώμα.
Οι ασθένειες αυτές μπορούν να μεταφέρονται από προηγούμενες ζωές, και δημιουργούν τις φυσικές και διανοητικές διαταραχές.
Η αναδρομή με ύπνωση βοηθά στο ξεκλείδωμα αναμνήσεων προηγούμενων ενσαρκώσεων και θεραπεύονται έτσι οι ασθένειες που προκάλεσαν οι φοβίες από προηγούμενες ενσαρκώσεις.
Κατά την παραμονή της στην Γή και τις εμπειρίες της, η ψυχή προσπαθεί να κατανοήσει τις υψηλότερες πνευματικές ιδιότητές της μέσω των ανιδιοτελών πράξεων της αγάπης, της υπηρεσίας και της φροντίδας.
Οι εξελιγμένες ψυχές μπορούν και έχουν πρόσβαση στο αρχείο προηγουμένων ενσαρκώσεων των ανθρώπων, όπως μπορούν επίσης να επισκέπτονται  και τα κοσμικά αρχεία. Η δυνατότητα αυτή τους επιτρέπει να θεραπεύουν κάθε ανθρώπινη ασθένεια» (Ρίτσαρντ Γκέρμερ «Δονητική Ιατρική»).
 

Τετάρτη 10 Αυγούστου 2011

Ευρήματα σε ναυάγιο που μετέφερε γλυπτά του Παρθενώνα

Από KRASOBLOG


Σημαντικά ευρήματα από την υποβρύχια αρχαιολογική έρευνα του πλοίου «Μέντωρ», που μετέφερε τα γλυπτά του Παρθενώνα στην Αγγλία και βυθίστηκε το 1802.
Δύο αρχαία αργυρά νομίσματα και ένα χάλκινο, είναι τα σημαντικότερα ευρήματα από τη φετινή υποβρύχια αρχαιολογική έρευνα στο πλοίο «Μέντωρ», που διενεργήθηκε από κλιμάκιο της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων, στο διάστημα από 6 έως 15 Ιουλίου.
Η υποβρύχια αρχαιολογική έρευνα πραγματοποιήθηκε υπό τη διεύθυνση του καταδυόμενου αρχαιολόγου,...

 Δρα Δημήτριου Κουρκουμέλη, στο ιστορικό ναυάγιο «Μέντωρ» στα νοτιοανατολικά Κύθηρα κοντά στον Αυλέμονα, ενώ την έρευνα χρηματοδότησε και συνέδραμε το Αυστραλιανό Ίδρυμα «Kytherian Research Group».
Το πλοίο, που ως γνωστό μετέφερε τα γλυπτά του Παρθενώνα στην Αγγλία, μέσω Μάλτας, βυθίσθηκε στην είσοδο του λιμένα του Αυλέμονα στα νοτιοδυτικά Κύθηρα, το Σεπτέμβριο του 1802. Τα αποτελέσματα της έρευνας θεωρούνται ιδιαίτερα ενδιαφέροντα και ενθαρρυντικά, τόσο γιατί το εν λόγω ναυάγιο συνδέεται με μία ιδιαίτερα δυσάρεστη στιγμή της συνεχιζόμενης περιπέτειας των γλυπτών του Παρθενώνα, όσο και για το γεγονός ότι τα ευρήματα, που ανασύρθηκαν από το ναυάγιο, αποτελούν ενδείξεις της διαβίωσης των πληρωμάτων των εμπορικών πλοίων σε μία ταραγμένη ιστορική περίοδο της Ανατολικής Μεσογείου.
Παλαιότερα είχαν γίνει έρευνες στο πλοίο, από τον πλοίαρχο Κουστώ (1975), το Ινστιτούτο Εναλίων Αρχαιολογικών Ερευνών (1980) και την Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων (2009). Ωστόσο σε καμία από αυτές, αλλά ούτε και στη φετινή, εντοπίσθηκαν θραύσματα μαρμάρων ή γλυπτών.
Η φετινή έρευνα επικεντρώθηκε στη περιοχή της πρύμνης του, όπου το 2009, είχαν εντοπισθεί ανάμεσα σε λίθους προφανώς του έρματος του πλοίου, διάφορα ευρήματα, όπως απολιθώματα ιχθύων σε σχιστολιθικές πλάκες, που από τότε είχε θεωρηθεί ότι μπορούν να προέρχονται από το φορτίο. Ακόμα καθαρίσθηκε ένα μέρος του κελύφους του πλοίου, το οποίο είχε εντοπιστεί ήδη από την έρευνα του 1980, και όπως διαπιστώθηκε σώζεται σε αρκετά καλή κατάσταση.


Από την περιοχή που ερευνήθηκε, ανελκύθηκαν αρκετά αντικείμενα, από αυτά που χρησιμοποιούσε το 10μελές πλήρωμα, όπως σκεύη διαφόρων τύπων, γυάλινα, πήλινα ή πορσελάνινα, φιάλες, διακοσμητικά στοιχεία, που βρίσκονταν, προφανώς στο χώρο ενδιαίτησης των αξιωματικών, νομίσματα της συγκεκριμένης περιόδου, αλλά και οπλισμός, όπως δύο πιστόλες, η διακόσμηση του κοντακίου ενός ντουφεκιού, βόλια τριών διαφορετικών διαμετρημάτων, λίθινα τσακμάκια για τα όπλα, μία οβίδα μικρού κανονιού, καθώς επίσης και όργανα ναυσιπλοΐας, μία μικρή πυξίδα χειρός με χρυσή αλυσίδα και η πυξίδα του πλοίου.
Η συνέχιση των ερευνών, ίσως αποδώσει νέα στοιχεία, τόσο για το ίδιο το πλοίο όσο και για την περιπέτεια των γλυπτών του Παρθενώνα.







Related Posts with Thumbnails