Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2009

Oι θρυλικοί Κένταυροι

Αιώνες πριν, οι άνθρωποι φανταζόταν πλάσματα τρομακτικά και δαιμονικά. Πλάσματα παράξενα και απόκοσμα, συχνά αποτελέσματα ανίερων ενώσεων μεταξύ αταίριαστων οντοτήτων. Κάθε μυθολογία, κάθε πολιτισμού περιέχει ιστορίες για τέρατα αφύσικα με ιδιότητες μοναδικές και συνήθως δαιμονικές.




Για τους λαογράφους είναι λαϊκές ιστορίες εμπνευσμένες από άτομα χαμηλής μόρφωσης και νοητικής ικανότητας. Για πολλούς καλοθελητές πρόκειται για λάθη στην αναγνώριση γνωστών ζώων σε μη ιδανικές συνθήκες φωτισμού. Για τους ιστορικούς, βέβαια είναι αστειότητες και για τους επιστήμονες είναι επιστημονική φαντασία. Και ποιοι πιστεύουν τελικά σε αυτήν την ιστορία; Οι "τρελοί" ερευνητές, που "χάνουμε τον χρόνο" μας ψάχνοντας ιστορίες για "αγρίους" (αν δεν είστε ένας απ' αυτούς καλύτερα σταματήστε την ανάγνωση, ξαπλώστε και ανοίξτε την τηλεόραση). Η ελληνική μυθολογία (και Ιστορία) βρίθει με τέτοιες ιστορίες και όντα. Αυτά τα πλάσματα κατά κανόνα δεν είναι ποτέ αγαθοποιά άλλα δαιμονικά και τρομακτικά, εκτός κάποιων εξαιρέσεων. Πάντα βασάνιζαν τους κατοίκους ολόκληρων περιοχών μέχρι να δώσει την λύση ένας ήρωας. Ωστόσο, στην ελληνική μυθολογία, υπήρξαν κάποια όντα των οποίων ο ρόλος ήταν διφορούμενος.


Τέτοια πλάσματα ήταν οι θρυλικοί (;) Κένταυροι. Οι Κένταυροι ήταν μυθικά ανθρωπόμορφα πλάσματα, τα οποία η φαντασία των ανθρώπων διαμόρφωσε σε όντα με διττή φύση: μισοί άνθρωποι και μισοί άλογα. Στην τέχνη συχνά τονίζεται ο διφυής αυτός χαρακτήρας τους και αποδίδονται ρωμαλέοι και μυώδεις σε παραστάσεις δραστήριες στις οποίες θα αναφερθούμε αργότερα.






Η προέλευση τους


Η προέλευση αυτών των πλασμάτων είναι σκοτεινή και δυσεξιχνίαστη. Μια ερμηνεία όμως που φαίνεται λογική είναι πως επρόκειτο για άγρια φυλή ανθρώπων η οποία ζούσε σε ορεινά μέρη, βουνά, αλλά και πεδιάδες της Ηλίδος, της Αρκαδίας αλλά κυρίως της Θεσσαλίας. ’γρια φυλή με βίαια και αχαλίνωτα ένστικτα σε κάθε έκφραση της ζωής τους. Πιθανώς αυτή η φυλή να επιδιδόταν στην αρχή σε ιππασία και κυνήγι άγριων ταύρων και άλλων θηρίων. Ένας μύθος που σώζεται από τον Σέρβιο (βασιλιάς της Θεσσαλίας) αναφέρει πως ένας βασιλιάς της εποχής είχε αναθέσει στους ιππείς αυτούς να επαναφέρουν τα βόδια ή τους ταύρους της περιοχής που είχαν απομακρυνθεί. Οι ιππείς αυτοί λοιπόν οδήγησαν τα χαμένα ζώα πίσω στον αρχικό τόπο βοσκής τους ερεθίζοντας τα με το βούκεντρο (επίμηκες ραβδί με αιχμηρή άκρη για να ενοχλούν τα βοοειδή και να τα καθοδηγούν έτσι). Έτσι μπορεί να εξηγηθεί και η ετυμολογία της λέξης Κένταυρος από το κεντείν + ταύρος.


Μια άλλη εκδοχή, ωστόσο, είναι πως οι Κένταυροι δεν υπήρξαν ποτέ με την μορφή που παρουσιαζόταν στην τέχνη και την παράδοση. Σύμφωνα με τον μυθογράφο Παλαίφατο, ο βασιλιάς της Θεσσαλίας Ιξίων για να απαλλάξει την χώρα του από κοπάδια άγριων ζώων που την κατέστρεφαν, ανέθεσε σε έφιππους τοξότες από τη Νεφέλη της Θεσσαλίας την εξόντωση τους. Και πράγματι, αυτοί οι ιππείς κατόρθωσαν να απαλλάξουν την περιοχή από τα ανεπιθύμητα και βλαβερά αυτά άγρια ζώα. Γι' αυτό και από πολύ παλιά είχε δημιουργηθεί ο μύθος ότι οι Κένταυροι γεννήθηκαν από τον Ιξίονα και τη Νεφέλη, μια άποψη που θα αναλύσουμε παρακάτω.


Και οι δύο προηγούμενες εκδοχές παρουσιάζουν τους Κενταύρους ως έφιππους άντρες που κυνηγούσαν κι έπιαναν άγρια ζώα. ’ρα η αφετηρία του μύθου των Κενταύρων προκλήθηκε από την έντονη έκπληξη που ένιωσαν όσοι δεν ήξεραν ιππασία βλέποντας άντρες να ιππεύουν με τόση δύναμη κι ένταση σε άλογα. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, αναφερόμενος σε σχετικό μύθο γράφει: "Πολλοί πιστεύουν ότι οι Κένταυροι που γεννήθηκαν από τον Ιξίονα και την Νεφέλη είναι οι πρώτοι που επιχείρησαν να ιππεύσουν άλογα. Γι' αυτό και αρχικά ονομάστηκαν Ιπποκένταυροι. Όσοι παρακολουθούσαν από μακριά τα καλπάζοντα άλογα, καθώς έβλεπαν τους αναβάτες κολλημένους και σκυμμένους πάνω στον αυχένα του ζώου, είχαν την εντύπωση όχι ότι βλέπουν άνθρωπο να ιππεύει, αλλά ένα νέου είδους όν αυτοτελές, με το κεφάλι του ανθρώπου και το σώμα του αλόγου. Φυσικό ήταν μετά από αυτό να σχηματίσουν την εικόνα περίεργων πλασμάτων, τα οποία ήταν κατά το ήμισυ ίπποι και κατά το άλλο ήμισυ άντρες. Από εκείνη τη στιγμή η φαντασία ων Ελλήνων έπλασε τα διφυή αυτά όντα". Εδώ αξίζει να αναφέρουμε ένα πολύ ενδιαφέρον ιστορικό γεγονός. Όταν οι Κονκισταδόρες αποβιβάστηκαν στον Νέο Κόσμο (την Αμερική), προκειμένου να τους "εκπολιτίσουν", οι ντόπιοι κάτοικοι ξαφνιάστηκαν. Όταν είδαν τους έφιππους στρατιώτες να τους επιτίθενται τότε οι ντόπιοι Μάγιας και Αζτέκοι, μη γνωρίζοντας το άλογο, θεώρησαν ότι οι έφιπποι στρατιώτες ήταν ένα ον με το άλογο. Τους θεώρησαν δηλαδή υπερφυσικά όντα, συνδυασμό αλόγου και ανθρώπου, δηλ. σαν Κενταύρους. Το περιστατικό αυτό χρησιμοποιείται για αν εξηγήσει όπως είδαμε και προηγουμένως το φαινόμενο των Κενταύρων στην Ελλάδα. Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε πως οι Έλληνες γνώριζαν το άλογο από πολύ παλιά και μια τέτοια παρερμηνεία δεν θα ήταν δυνατή. Πως θα μπορούσε άλλωστε αφού το άλογο, όχι απλά ήταν γνωστό στην Αρχαία Ελλάδα αλλά χρησιμοποιούταν ευρέως.


Ο Όμηρος (Ιλ. Α 268) αναφερόμενος στους Κενταύρους τους χαρακτηρίζει "φήρας ορεσκόμενους" (= άγριους). Και αυτό αληθεύει καθώς σε όλη την ελληνική μυθολογία οι Κένταυροι, με εξαίρεση τον Χείρωνα και τον Φόλο, λογιζόταν ως ερωτομανείς και ασελγείς τόσο που θύμιζαν τους Σάτυρους. Ας σημειώσουμε εδώ πως Κένταυροι και Σάτυροι έμοιαζαν κι εξωτερικά: οι Σάτυροι ήταν συνδυασμός ανθρώπου και τράγου και, όπως και οι Κένταυροι, είχαν και αυτοί την φήμη ερωτομανών και ασελγών πλασμάτων, κάτι που αποτυπώνεται και στις καλλιτεχνικές απεικονίσεις τους, οποίες έχουν υπερβολικά μεγάλους φαλλούς. Οι Κένταυροι ήταν αγροίκοι, ληστές και άρπαγες γυναικών. Φημιζόταν επίσης και για την αγάπη τους για το ποτό, καθώς συχνά μεθούσαν και δημιουργούσαν πρόβλημα και καυγάδες, ακόμα και με ημίθεους όπως ο Ηρακλής. Γι' αυτό και η λέξη "κένταυρος" ήταν συχνά συνώνυμη με το "ασελγής", "υβριστής" και "αγροίκος". Η ελληνική μυθολογία, θέλοντας να ανταποκριθεί σ' αυτήν την εικόνα που έδιναν οι Κένταυροι τους απέδωσε πατέρα αμαρτωλό, υβριστή και ασελγή, τον Ιξίονα. Όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, ο Ιξίονας ήταν βασιλιάς της Θεσσαλίας. Ωστόσο ήταν γνωστός αμαρτωλός, από τους μεγαλύτερους στην Αρχαία Ελλάδα, για τον οποίο είχε ακουστεί μάλιστα πως ήταν ένοχος συγγενικής αιματοχυσίας. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Ιξίονας ερωτεύθηκε την Ήρα κι επιδίωκε να έρθει σε σαρκική επαφή μαζί της. Ο Δίας τον συγχώρεσε μια φορά γι' αυτό το αμάρτημα και μάλιστα τον εξάγνισε ο ίδιος αλλά οργίστηκε ιδιαίτερα όταν ο Ιξίονας δεν συμμορφώθηκε(κατ' άλλους μελετητές της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας, ο Δίας εξάγνισε τον Ιξίονα για παλιότερο αμάρτημα αλλά, ως αχάριστος, ο Ιξίονας δεν σεβάστηκε τον Δία και θέλησε να έρθει σε σαρκική επαφή με την Ήρα). Έτσι ο Δίας, έφτιαξε ένα ομοίωμα της Ήρας από νεφέλη (σύννεφο) και του το έστειλε. Από την ένωση τους γεννήθηκε ο ανθρωποφυής Κένταυρος. Ωστόσο, ο Κένταυρος ήταν ανθρώπινη μορφή και προκειμένου να εξηγηθεί η διπλή φύση των Κενταύρων, πλάστηκε ο μύθος, σύμφωνα με τον οποίο


ο Κένταυρος είχε ερωτική επαφή με μια φοράδα και από αυτή την ένωση δημιουργήθηκαν οι Κένταυροι με την γνωστή τους μορφή. Μόνο με μια τέτοια ανίερη ένωση θα μπορούσε να εξηγηθεί εξάλλου η ύπαρξη τέτοιων πλασμάτων. Μια άλλη εκδοχή μιλά για τον Κένταυρο ως παιδί του Απόλλωνα και της Στίλβης και αδελφό του Λαπίθου. Έτσι, οι Λαπίθιδες (απόγονοι του Λαπίθου) και οι Κένταυροι (ως απόγονοι του Κενταύρου) ήταν συγγενείς.






Οι Κένταυροι στην Αρχαία Ελληνική Μυθολογία


Μια από τις πρώτες αναφορές είναι ένα περιστατικό σύμφωνα με το οποίο όταν δημιουργήθηκαν μεταξύ των Λαπίθιδων και των Κενταύρων διαφορές για την διανομή της πατρικής εξουσίας κι έγινε μάχη μεταξύ τους. Μετά την μάχη, οι Κένταυροι διαλύθηκαν και αργότερα συμφιλιώθηκαν με τον Πειρίθου, τον βασιλιά των Λαπιθίδων.


Εδώ, η παράδοση αναφέρει ακόμη ένα περιστατικό που έλαβε χώρα στους γάμους του Πειρίθου με την πανέμορφη Ιπποδάμεια. Στο γαμήλιο συμπόσιο οι Κένταυροι ήπιαν το κρασί γρήγορα και μέθυσαν. Ο πιο δυνατός από αυτούς, ο Ευρυτίωνας, όταν πλησίασε η νύφη να τους χαιρετίσει, πήδηξε από το σκαμνί του, αναποδογύρισε το τραπέζι και την έσυρε κάτω τραβώντας την από τα μαλλιά. Και οι άλλοι Κένταυροι ακολούθησαν αμέσως το παράδειγμα του Ευρυτίωνα και άρπαξαν τις γυναίκες εκεί κοντά. Ο Πειρίθους και ο Θησέας, που ήταν καλεσμένος στον γάμο, οργίστηκαν με την ασέλγεια των Κενταύρων και όρμησαν πάνω τους. Έκοψαν τη μύτη και τ' αφτιά του Ευρυτίωνα και με την βοήθεια Λαπιθών τον πέταξαν έξω. Πολλούς τους σκότωσαν και τους υπόλοιπους τους έδιωξαν από την χώρα. Αργότερα όμως, οι Κένταυροι συγκεντρώθηκαν κι έκαναν αντεπίθεση. Ακολούθησε σφοδρή μάχη στην οποία πήρε μέρος, στο πλευρό του Πειρίθου και των Λαπίθιδων, ο Θησέα. Η μάχη έγινε στο Πήλιο και μετά τη μάχη όσοι Κένταυροι επέζησαν κατέφυγαν στο Φενεό της Αρκαδίας και στο Μαλέα και από τότε επιδιδόταν μόνο σε ληστείες και φόνους εναντίον των περιοίκων Στο Πήλιο μάλιστα κάποτε, ο Πηλέας κινδύνευσε να σκοτωθεί από Κενταύρους. Σώθηκε από τον Χείρωνα, τον μόνο συνετό από τους Κενταύρους. Σύμφωνα με άλλες πηγές όμως οι Κένταυροι αιφνιδίασαν και κατέσφαξαν τους Λαπίθιδες και όταν οι επιζήσαντες κατέφυγαν στην Φολόη, οι εκδικητικοί Κένταυροι τους εξεδίωξαν και μετέτρεψαν την Φολόη σε ληστρικό οχυρό.


To επόμενο περιστατικό λαμβάνει χώρα στο σημερινό όρος Φολόη. Ο Κένταυρος Φόλος, ο οποίος κατοικούσε εκεί, φιλοξενούσε τον Ηρακλή καθώς αυτός πήγαινε να κυνηγήσει τον Ερυμάνθιο κάπρο. Σε ένα από τα πλούσια γεύματα του ο Ηρακλής ζήτησε κρασί αλλά ο Φόλος δίσταζε αρχικά Ο Ηρακλής τότε επέμεινε και θύμισε στον Φόλο ότι ο Διόνυσος είχε αφήσει ένα κρασοπίθαρο στους Κενταύρους, τέσσερις γενιές πριν, με την παραγγελία να ανοιχτεί αυτό όταν το ζητήσει ο Ηρακλής. Όταν το πιθάρι ανοίχτηκε οι πλησιέστεροι Κένταυροι ελκύστηκαν από την δυνατή μυρωδιά του κρασιού και έτρεξαν να το αρπάξουν. Οπλίστηκαν τότε με τεράστιους βράχους, ξεριζωμένα έλατα, αναμμένους δαυλούς και μπαλτάδες κι επιτέθηκαν εναντίον της σπηλιάς του Φόλου. Ο Φόλος φοβισμένος, κρύφτηκε. Ο Ηρακλής τότε φάνηκε αντάξιος του θρύλου του. Σκότωσε τους δύο πρώτους, τον ’γριο και τον ’γχιο με καταιγισμό από αναμμένα κάρβουνα. Τότε επενέβη η Νεφέλη, η φερόμενη ως μητέρα του Κενταύρου, που έριξε δυνατή μπόρα και χαλάρωσε τη χορδή από το τόξο του Ηρακλή κι έκανε το έδαφος πιο ολισθηρό. Ο Ηρακλής, αντάξιος του ονόματος του, συνέχισε την μάχη και σκότωσε κι άλλους Κενταύρους, ανάμεσα σε αυτούς και τους Όρειο και Υλαίο. Οι υπόλοιποι Κένταυροι τότε έτρεξαν μέχρι το όρος Μαλέα (ή το Πήλιο) όπου και βρισκόταν ο Χείρων. Η συμπλοκή συνεχίστηκε και οι Κένταυροι για να επιτεθούν, χρησιμοποιούσαν πεύκα κομμένα σύρριζα καθώς και μεγάλες πέτρες, αναμμένους δαυλούς και κοντάρια τα οποία χρησιμοποιούσαν για να σκοτώσουν τα βόδια. Ωστόσο, παρόλη την αριθμητική υπεροχή τους νικήθηκαν και όσοι από αυτούς έμειναν κατέφυγαν διωκόμενοι από τον Ηρακλή. ’λλοι πήγαν με τον Ευρυτίωνα στη Φολόη, άλλοι στον ποταμό Εύηνο με τον Νέσσο, μερικοί στα όρη Μαλέα και τέλος κάποιοι στη Σικελία όπου και σκοτώθηκαν από τις Σειρήνες. Κάποιους μάλιστα τους δέχτηκε ο Ποσειδών στην Ελευσίνα και τους έκρυψε σε ένα βράχο. Κάποιοι όμως θανατώθηκαν από τον Ηρακλή και ανάμεσα σε αυτούς και τον Όμαδο από την Αρκαδία ο οποίος ήθελε να βιάσει την Αλκυόνη, την αδερφή του Ευρυσθέα. Ο Ηρακλής σταμάτησε να σκοτώνει Κενταύρους όταν ο Φόλος σκοτώθηκε κατά λάθος από ένα βέλος του Ηρακλή που το περιεργαζόταν. Συγκεκριμένα όταν ο Φόλος έθαβε τους νεκρούς Κενταύρους τράβηξε ένα από τα βέλη του Ηρακλή και το περιεργάστηκε. Απόρησε μάλιστα πως ένα τέτοιο βέλος μπορούσε να σκοτώσει με μια αμυχή μονάχα ένα τόσο δυνατό πλάσμα όσο ο Κένταυρος. Τότε το βέλος γλίστρησε από τα χέρια του και τον κάρφωσε στο πόδι και τον σκότωσε επιτόπου. Η εξήγηση για τα τόσο φονικά βέλη του Ηρακλή είναι πως ο Ηρακλής είχε βουτήξει τα βέλη του στα ξεσκισμένα σωθικά της Λερναίας Ύδρας και τα βέλη αυτά γέμισαν δηλητήριο από τα οποία και η καθεμία αμυχή ήταν μοιραία. Ο Ηρακλής έθαψε τον Φόλο με βασιλικές τιμές και ονόμασε το βουνό Φολόη. Ένα άλλο αποτέλεσμα της μάχης βλέπουμε και στον κοντινό ποταμό ’νιγρο ο οποίος απέκτησε μεγάλη δυσοσμία, από τις πηγές του μέχρι το όρος Λάπιθος, επειδή ο Κένταυρος Πυλήνωρ, γρατσουνισμένος από βέλος του Ηρακλή κατέφυγε εκεί για να καθαρίσει την πληγή του (άλλοι φέρουν ως αίτιο τα αντικείμενα που πέταξε στον ποταμό ο Μελάμποδας τα οποία χρησιμοποίησε για την κάθαρση των θυγατέρων του Προίτου, σύμφωνα με τον Απολλώνιο τον Ρόδιο). Μετά τον θάνατο των Κενταύρων, ο Ηρακλής εξαγνίστηκε από τον Εύμολο και μυήθηκε στα μυστήρια της Ελευσίνας. Κατά την παράδοση μάλιστα, τα μικρά Ελευσίνια μυστήρια καθιερώθηκαν από την Θεά Δήμητρα για να τιμηθεί ο καθαρμός του Ηρακλή για το φόνο των Κενταύρων.


Ωστόσο, ο Ηρακλής , όσους Κενταύρους κι αν σκότωσε, ένας Κένταυρος τον σκότωσε. Ή περίπου δηλαδή. Όταν ο Ηρακλής γυρνούσε από την Καλυδώνα με την νεαρή σύζυγο του Δηιάνειρα, θέλησε να περάσει τον ποταμό της Αιτωλίας Εύηνο και ο Κένταυρος Νέσσος που ήταν πορθμέας προσφέρθηκε να τους περάσει στην απέναντι όχθη δωρεάν. Αφού πέρασε πρώτα τον Ηρακλή απέναντι, κρατώντας στην αγκαλιά του την Δηιάνειρα, δεν μπόρεσε να συγκρατήσει το πάθος του για την πανέμορφη σύζυγο του Ηρακλή και προσπάθησε να την απαγάγει και να την βιάσει. Ο Ηρακλής τότε τον κάρφωσε με ένα από τα θανατερά του βέλη. Ο Νέσσος, λίγο πριν πεθάνει, για να εκδικηθεί τον ήρωα, έπεισε την Δηιάνειρα να βάψει με το αίμα του τον χιτώνα του Ηρακλή και αν τον φυλάξει ως μαγικό φυλαχτό και αν τον δώσει στον σύζυγο του όταν υποπτευόταν ότι την απατούσε ή τι σκόπευε να τον απατήσει. Όταν λοιπόν ο Ηρακλής ερωτεύτηκε την Ιόλη, η Δηιάνειρα του έστειλε ως δώρο τον χιτώνα με το αίμα του Νέσσου. Όταν ο ήρωας φόρεσε τον χιτώνα, αυτός κόλλησε στο δέρμα του και του προκάλεσε φριχτούς πόνους. Μάταια ο Ηρακλής προσπαθούσε να απαλλαγεί από το καταραμένο ρούχο. Τρελαμένος από τον πόνο, άναψε μια μεγάλη πυρά στο όρος Αίτνα κι εκεί έπεσε για να πεθάνει. Την τελευταία στιγμή όμως, ο πατέρας του Ζευς, τον ανύψωσε στους ουρανούς και τον έκανε αθάνατο.


Κένταυρους όμως δεν σκότωσε μόνο ο Ηρακλής αλλά και μια γυναίκα. Η Αταλάντη που σκότωσε τον Υλαίο και τον Φοίκο οι οποίοι όταν συνάντησαν την αδάμαστη κοπέλα σε κάποιο δάσος της Αρκαδίας αποπειράθηκαν να την βιάσουν. Η Αταλάντη σκότωσε του δύο κτηνάνθρωπους σε μάχη σώμα με σώμα. ’λλες πηγές όμως μιλούν για το περιστατικό λίγο διαφορετικά. Η Αταλάντη συμμετείχε στο κυνήγι του Καλυδώνιου κάπρου μαζί με πολλούς ήρωες από όλοι την Ελλάδα(ανάμεσα τους ο βασιλιάς των Λαπιθών Πειρίθους από την Λάρισα, ο Νέστορας, ο Πηλέας, ο ’δμητος, ο Ιάσονας από την Ιωλκό και άλλοι). Η Αταλάντη (η μόνη γυναίκα στο κυνήγι) πήρε θέση στο δεξιό άκρο του σχηματισμού για το κυνήγι και δύο Κένταυροι, ο Υλαίος και ο Ροίκος αποφάσισαν να την βιάσουν βοηθώντας ο ένας τον άλλο εναλλάξ. Μόλις έτρεξαν προς το μέρος της η Αταλάντη τους αντιλήφθηκε και τους σκότωσε με το τόξο της.






Ο Κένταυρος Χειρωνας


Ο Κένταυρος Χείρωνας, ήταν ο πιο συνετός απ' όλους και γνωστός για τις γνώσεις του. Δεν ανήκε στο γένος του Ιξίονα αλλά λέγεται πως ήταν γιος της Ωκεανίδας Φιλύρας που τον απέκτησε με τον Κρόνο όταν αυτή μεταμορφώθηκε σε φοράδα Διακρινόταν ιδιαίτερα γιατί τον χαρακτήριζε η σύνεση και η σωφροσύνη. Ήταν ευγενικός και πράος, αντίθετα με τους υπόλοιπους βίαιους κενταύρους. Ο Όμηρος τον περιγράφει ως "δικαιότατον" και ο Πίνδαρος ως "σώφρων". Ήταν πολύ σοφός και με πολλές γνώσεις. Δίδαξε σε πολλούς την Ιατρική και ο ίδιος δίδαξε την επιστήμη της Ιατρικής ( ιδιαίτερα της χειρουργικής ) και της Κυνηγετικής στον γιο του Απόλλωνα, τον Ασκληπιό. Ο Χείρωνας διαπαιδαγώγησε τον Αχιλλέα και τον έκανε έμπειρο στην χρήση των φαρμάκων και των όπλων. Ανέθρεψε επίσης τον θρυλικό Ιάσονα, τον αρχηγό της θρυλικής Αργοναυτικής Εκστρατείας και των θρυλικών Αργοναυτών. Ως γιος του Κρόνου, ήταν αθάνατος.


Ο θάνατος του Χείρωνα, ήταν τραγικό αποτέλεσμα της μεγάλης μάχης με δράστες τους Κενταύρους και τον Ηρακλή. Όταν ο Ηρακλής εκδίωξε τους Κενταύρους στο Πήλιο (ή το όρος Μαλέα), καθώς έριχνε τα βέλη του, ένα από αυτά διαπέρασε το μπράτσο του Έλατου και καρφώθηκε παλλόμενο στο πόδι του Χείρωνα. Συντετριμμένος από το ατύχημα ο Ηρακλής έτρεξε κι έβγαλε το βέλος από το πόδι του φίλου του Χείρωνα. Ο Χείρωνας, καθότι μεγάλος γνώστης της επιστήμης της Ιατρικής, είχε τα κατάλληλα φάρμακα για την ίαση των πληγών του αλλά δεν ωφέλησαν σε τίποτα σχεδόν και ο σοφός Κένταυρος αποσύρθηκε στην σπηλιά του βογκώντας. Ο πόνος από το φαρμακερό βέλος του Ηρακλή προκάλεσε φριχτούς πόνους στον Χείρωνα αλλά καθώς ήταν αθάνατος, δεν μπορούσε να πεθάνει αλλά υπέφερε συνεχώς. Αργότερα, ζήτησε από τον Δία την αντικατάσταση του στην αθανασία από κάποιον άλλο . Τότε προσφέρθηκε ο Προμηθέας να πάρει την θέση του στην αθανασία. Ο Ζευς συμφώνησε να γίνει η αλλαγή και για να τον τιμήσει τον ανέβασε στον ουρανό και τον μετέτρεψε στον αστερισμό του Κενταύρου. Κάποιοι λένε πως ο Χείρωνας διάλεξε τον θάνατο όχι τόσο εξαιτίας των πόνων αλλά επειδή κουράστηκε από την ατελείωτη ζωή του. ’λλες πηγές επίσης λένε πως ο Χείρωνας πληγώθηκε τυχαία όταν ένα βέλος διαπέρασε το αριστερό του πόδι όσο φιλοξενούσε τον Ηρακλή στο όρος Πήλιο συντροφιά με τον Φόλο και τον νεαρό Αχιλλέα. Για εννέα μέρες υπέφερε και μετά ο Δίας τον ανέβασε στον ουρανό ως τον αστερισμό του Κενταύρου. Μερικοί όμως υποστηρίζουν ότι ο αστερισμός του Κενταύρου είναι ο Φόλος ο οποίος τιμήθηκε έτσι από τον Δια γιατί είχε διακριθεί στην οιωνοσκοπία. Ένας άλλος αστερισμός του Ζωδιακού κύκλου που είναι κένταυρος είναι ο αστερισμός του Τοξότη, ο οποίος ήταν ο Κρότος που ζούσε στον Ελικώνα και τον υπεραγαπούσαν οι αδερφές του, οι Μούσες, όπως αναφέρει ο Θεόκριτος.






Οι Κένταυροι στην Αρχαία Ελληνική Τέχνη


Οι Κένταυροι είναι ένα θέμα το οποίο συναντούμε στην ελληνική τέχνη στην αγγειογραφία και την πλαστική, ειδικότερα σε διακοσμητικά ανάγλυφα μετοπών και ζωφόρων. Παριστάνονται συνήθως εύρωστοι και μυώδεις, σε βίαιες στάσεις να παλεύουν με κάποιον ήρωα ή με Λαπίθη. Παρακάτω θα δούμε μερικά


από τα έργα της αρχαίας ελληνικής τέχνης στα οποία βλέπουμε τους Κενταύρους.


Ο αμφορέας του ζωγράφου του Νέσσου: χρονολογείται περίπου στο 610 π.Χ. και πρόκειται για ταφικό αμφορέα. Βρίσκεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας. Στο λαιμό αυτού του αμφορέα βλέπουμε την πάλη του Ηρακλή με τον Κένταυρο Νέσσο.


Αγγείο του Φρανσουά: πρόκειται για ελικωτό κρατήρα που βρέθηκε σε ετρουσκικό τάφο από τον αρχαιολόγο Φρανσουά. Στην αμέσως επόμενη ζώνη διακόσμησης του λαιμού βλέπουμε την Κενταυρομαχία.


Ναός του Δία στην Ολυμπία: στο δυτικό αέτωμα του ναού, έχουμε μια γλυπτή παράσταση της μάχης των Κενταύρων με τους Λαπίθιδες. Η παράσταση είναι γεμάτη δράση και κίνηση και ιδιαίτερη εντύπωση κάνουν οι παραμορφωτικές κινήσεις των προσώπων των Λαπιθιδών δείχνοντας την ένταση της στιγμής.


Ακρόπολη των Αθηνών: στις νότιες μετόπες του Παρθενώνα συναντάμε την Κενταυρομαχία. Η μετόπη αρ. 1 είναι έργο του γλύπτη Μύρωνα και όλες επρόκειτο για ανάγλυφα.


Ναός Επικούρειου Απόλλωνα στις Βάσσες: στο σηκό του ναού έχουμε παράσταση Κενταυρομαχίας.


Το γλυπτό σύμπλεγμα: πρόκειται για εύρημα στην Ολυμπία που αναπαριστά τον Κένταυρο Νέσσο με τον Ηρακλή.


Ηφαιστείο (Θησείο): πρόκειται για τον ναό του Ηφαίστου και της Αθηνάς που βλέπει την Αθήνα από ψηλά. Για χρόνια ήταν και είναι γνωστός ως Θησείο αλλά το αληθινό το όνομα είναι Ηφαιστείο (σύμφωνα με τον Boardman στο "Ελληνική Πλαστική: κλασική περίοδος).






Επιλογικά


Ο Κένταυρος για πολλούς είναι ένα ιδεατό και φανταστικό κατασκεύασμα του ανθρώπινου νου που ενώνει την ζωώδη ορμή και δύναμη με την ανθρώπινη φύση σε ένα πλάσμα τρομακτικό και ταυτόχρονα αξιοθαύμαστο. Ίσως τελικά να είναι μέρος της σκοτεινής ανθρώπινης φύσης να έχει ανάγκη, αλλά και να κατασκευάζει, όχι μόνο τους ήρωες του, αλλά και τους δαίμονες του. Και η τέχνη έπαιζε ένα ρόλο σημαντικό καθότι αυτή εξέφραζε αυτές τις πίστεις με τις απεικονίσεις της. Η τέχνη δεν λειτουργούσε με τον τρόπο που λειτουργεί σήμερα και κάθε κατασκεύασμα της είχε τη δική του αξία και σημασία. Πολλά "τέρατα" βλέπουμε να έχουν ρόλο αποτρεπτικό και συνήθως τοποθετούνται σε επιτύμβιες στήλες . Η μεταφυσική νοοτροπία και σκέψη του Έλληνα τοποθετούσε τέτοιες μεταφυσικές οντότητες στην καθημερινότητα του και στα ταφικά του έθιμα. Ο Κένταυρος, η Σφίγγα, οι Γρύπες, οι Αρπυίες και τα άλλα όντα (τρομακτικά μόνο σε εμάς, τα τέκνα του πολιτισμού του τσιμέντου, φυσιολογικά για τους φυσιολάτρες Έλληνες) είναι μόνο ένα μέρος από την μεταφυσική Κληρονομιά της Ελλάδας. Αυτό το άρθρο είναι μόνο η αρχή. Είναι ένας φόρος τιμής του γράφοντος στους Κενταύρους και μια έρευνα για να ενισχυθεί ,έστω και ελάχιστα, το φως της Γνώσης. Είναι όμως μόνο ο πρόλογος τελικά, αφού ακολουθούν κι άλλα άρθρα, με το ίδιο μεράκι, για τα παράξενα σε εμάς όντα της Αρχαίας Ελλάδας. Όντα μυστήρια, γοητευτικά και ελληνικά. Η έρευνα συνεχίζεται �






Βιβλιογραφία


1. Κρυπτοζωολογία του χθες και του σήμερα. Θωμάς Π. Μαστακούρης, εκδ. Έσοπτρον 2003


2. Περιοδικό Φαινόμενα. Τεύχος 32, 01/03/2003, "Οι αινιγματικοί Κένταυροι" της Σοφίας Σταγκά, σελ. 20 - 23


3. Οι ελληνικοί Μύθοι. Ρόμπερτ Γκρειβς, εκδ. Πλειάς Ρουγκάς


4. Η Τέχνη της Αρχαίας Ελλάδας. Γ. Κοκκόρου Αλευρά, εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1995


5. Ελληνική πλαστική: κλασική και ύστερη κλασική περίοδος. John Boardman, εκδ. Καρδαμίτσα, σειρά Αρτεμις, Αθήνα 1999

Τροφώνιο Άντρο (Μαντείο του Τροφώνιου)


Η Λιβαδεία είναι η αρχαία πρωτεύουσα της Βοιωτίας, και δεν ονομάζεται έτσι επειδή υπάρχουν εκεί λιβάδια. Στην βαθιά αρχαιότητα, όπως γράφει ο Παυσανίας υπήρχε εκεί μία πόλη με την ονομασία Μήδεια και ήταν χτισμένη στον «πράσινο λόφο».


Αργότερα, σύμφωνα με την μυθολογική παράδοση, ο Αθηναίος Bασιλιας Λεβαδος, ίδρυσε μία πόλη στην πεδιάδα, η οποία πήρε το όνομα του και ονομάστηκε Λεβάδεια και πολύ αργότερα το τοπωνύμιο παραφράστηκε και έγινε «Λιβαδειά».


Στους ιστορικούς χρόνους η πόλη έγινε ευρύτερα γνωστή στον Ελλαδικό χώρο λόγω του μυστηριακού μαντείου του Τροφωνίου. Στο αρχαίο Τροφώνιο Άντρο ταξίδευαν από παντού και ζητούσαν μελλοντολογικούς χρησμούς πάρα πολλοί άνθρωποι και εκεί είχαν προσφύγει ζητώντας βοήθεια πολύ σπουδαίοι άντρες (ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι εκεί ζήτησε χρησμό ο πάμπλουτος βασιλιάς Κροίσος, ο αρχηγός του περσικού στρατού Μαρδόνιος, ο Ρωμαίος στρατηγός Αιμίλιος-Παύλος, κ.α.).


Ο Τροφώνιος ήταν ένας μυθολογικός ήρωας για τον οποίο πιστευόταν ότι έχτισε το μαντείο και το ναό του Απόλλωνα στους Δελφούς. Ο μύθος λέει ότι όταν τελείωσε την κατασκευή, συμβουλεύτηκε ο ίδιος το μαντείο των Δελφών, και όταν ρωτήθηκε τι θα ήθελε ως ανταμοιβή για την υπηρεσία του στο Θεό, εκείνος απάντησε: «Θέλω αυτό που είναι καλύτερο για τον άνθρωπο…»(χωρίς να ξέρει ότι μια παρόμοια επιθυμία θα οδηγούσε αιώνες αργότερα τον Λουκιανό στον Άδη και έπειτα στη Λιβαδειά). Το μαντείο απάντησε ότι την Τρίτη μέρα ή επιθυμία του θα πραγματοποιούνταν και θα είχε αυτό που ήταν καλύτερο για τον άνθρωπο. Και έπειτα από τρεις ημέρες, την αυγή, ο Τροφώνιος βρέθηκε νεκρός. Το καλύτερο, λοιπόν, για τον άνθρωπο είναι να πεθάνει ή αν δεν θέλουμε να πιστέψουμε ότι ο χρησμός ήταν πέραν του δέοντος κυνικός, το καλύτερο βρίσκεται στα πεδία πέρα από το θάνατο η στον Άδη… ένας άλλος θρύλος λέει ότι τον Τροφώνιο τον «τον κατάπιε η γη στην Λιβαδειά». Όπως και να ‘χει το μαντείο των Δελφών έπειτα πρόσταξε να εγκαθιδρυθεί ή λατρεία του Τροφώνιου στη Λιβαδειά και να χτιστεί εκεί ένα μαντείο αφιερωμένο σε αυτόν. Και ήταν ένα υπόγειο μαντείο(αντίστοιχο ίσως με τα νεκρομαντεία που ήταν διάσπαρτα σε όλο τον αρχαίο κόσμο). Ο Τροφώνιος ξεκίνησε να ιστορείται ως ήρωας(οι λεπτομέρειες της ιστορίας του δεν έφτασαν μέχρι εμάς), έπειτα να λατρεύεται ως ημίθεος και έπειτα ως θεός(πολλοί ειδικοί πιστεύουν ότι αντικατέστησε την λατρεία του Ερμή και κατά κάποιον τρόπο ταυτιζόταν με τον «υπόγειο Ερμή»).


Πάλι ο Λουκιανός, στους Νεκρικούς διαλόγους του(10:338-40), διηγείται τον διάλογο του νεκρού Τροφώνιου μαζί με ένα άλλο φάντασμα στον Άδη. Ο συνομιλητής του τον ρωτά γιατί, ενώ ο ίδιος δεν είναι παρά ακόμη ένα φάντασμα, πιστεύει ότι είναι άξιος για ένα δικό του ναό και για λατρεία. Ο Τροφώνιος απαντά: «Είμαι Ήρωας, και είμαι και προφήτης για κάποιον που θα έλθει εδώ κάτω για μένα. Αλλά, δεν νομίζω ότι έχεις επισκεφτεί τη Λιβαδειά, αλλιώς δεν θα ήσουν τόσο σκεπτικιστής...» Το άλλο φάντασμα απαντά: «Τι λες; Πρέπει άραγε να πάω στη Λιβαδειά, να φορέσω λινά ρούχα και να κρατώ μια μελόπιτα στα χέρια, και να συρθώ μέσα στη σπηλιά σου μέσα από εκείνο το πέρασμα που είναι τόσο στενό, για να μπορώ να πω ότι είσαι νεκρός σαν κι εμάς, κι ότι μας ξεπερνάς μόνο στα ψέματα που λες; Αλλά, στο όνομα της προφητείας, τι είναι ένας ήρωας; Εγώ δεν το γνωρίζω...» Κι ο Τροφώνιος απαντά: «Ένας συνδυασμός θεού και ανθρώπου, μισός άνθρωπος και μισός θεός...» Το άλλο φάντασμα γελά και τον ρωτά: «Και, πού είναι αυτή τη στιγμή το θεϊκό άλλο σου μισό;...» Κι ο Τροφώνιος απαντά ότι είναι πίσω στη Λιβαδειά και προφητεύει!


τι ακριβώς συνέβαινε στο μυστηριώδες Τροφώνιο Άνδρο; Ο Παυσανίας-που συμβουλεύτηκε και ο ίδιος το μαντείο- μας διηγείται τα πάντα γι αυτό, ή, τέλος πάντων, όσα δεν ήταν απαγορευμένα να συζητηθούν: «Στο μαντείο γίνονται τα εξής: όταν κάποιος αποφασίσει να κατεβεί στον Τροφώνιο, πρώτα ζει καθορισμένες ημέρες σε οίκημα, το οποίο είναι αφιερωμένο στον αγαθό Δαίμονα και στην αγαθή Τύχη. Όσο ζει εκεί, και κατά τα άλλα μένει καθαρός και απέχει από θερμά λουτρά, λούζεται στον ποταμό Έρκυνα. Κρέατα έχει άφθονα από τις θυσίες, γιατί όποιος κατεβαίνει θυσιάζει και στον ίδιο τον Τροφώνιο, στα παιδιά του, καθώς και στον Απόλλωνα, στον Κρόνο, στον επονομαζόμενο Βασιλιά Δία, στην Ηνίοχη Ήρα και στη Δήμητρα, που την ονομάζουν Ευρώπη και λένε πως ήταν η τροφός του Τροφωνίου. Σε κάθε θυσία παρευρίσκεται μάντης, που εξετάζει τα σπλάχνα του σφαγίου και προλέγει σ' εκείνον που πρόκειται να κατέβει, αν ο Τροφώνιος θα τον δεχθεί με ευμένεια και καλοσύνη... Τη νύχτα που πρόκειται να κατέβει κανείς, θυσιάζουν σε βόθρο επικαλούμενοι τον Αγαμήδη. Αν όλα τα σφάγια είναι ευνοϊκά και δείξουν όλα το ίδιο, τότε καθένας κατεβαίνει με καλές ελπίδες. Κάποιος, κατεβαίνει ως εξής:


Τον οδηγούν πρώτα τη νύχτα στον ποταμό Έρκυνα, ιόν αλείφουν με λάδι και τον λούζουν δύο παιδιά των πολιτών, δεκατριών περίπου χρονών, που επονομάζονται Ερμές. Αυτά πλένουν όποιον θα κατέβει και τον βοηθούν σε ό,τι χρειάζεται. Κατόπιν οδηγείται τους ιερείς όχι αμέσως στο μαντείο, αλλά σε πηγές νερού που είναι πολύ κοντά η μία στην άλλη.


Εδώ αυτός πρέπει να πιει το λεγόμενο Νερό της Λήθης, για να λησμονήσει όλα όσα σκεφτόταν προηγουμένως, έπειτα να πιει και το άλλο Λερό της Μνημοσύνης για να θυμάται όσο θα δει όταν κατέβει. Βλέπει το άγαλμα, πού λένε ότι είναι έργο του Δαιδάλου, που οι ιερείς δεν το παρουσιάζουν παρά μόνο σ' όσους πρόκειται να πάνε στον Τροφώνιο. Αφού δει το άγαλμα αυτό και το λατρεύσει και προσευχηθεί, έρχεται προς το μαντείο φορώντας λινό χιτώνα, ζωσμένο με ταινίες και φορώντας ντόπια υποδήματα.


Το μαντείο είναι στο βουνό, πάνω από το άλσος. Περιβάλλεται από κυκλικό κρηπίδωμα από λευκό μάρμαρο, η περιφέρεια του είναι όσο ένα μικρό αλώνι και το ύψος του λιγότερο από δύο πήχεις. Πάνω στο κρηπίδωμα είναι στημένοι πάσσαλοι, χάλκινοι και αυτοί και οι ζώνες που τους συνδέουν, και διαμέσου αυτών υπάρχει πόρτα. Μέσα στον περίβολο υπάρχει άνοιγμα γης, όχι φυσικό, αλλά χτισμένο με μεγάλη τέχνη και αρμονία. Το οικοδόμημα αυτό έχει σχήμα φούρνου... Για να κατέβει κανείς στο βάθος δεν έχει χτιστή σκάλα, αλλά όταν κανείς έρχεται στον Τροφώνιο του φέρνουν μια σκάλα στενή κι ελαφριά. Στο βάθος υπάρχει τρύπα ανάμεσα στο δάπεδο και στο οικοδόμημα... "Αυτός λοιπόν που κατεβαίνει, ξαπλώνει ανάσκελα στο έδαφος κρατώντας γλυκά ζυμωμένα με μέλι (μελόπιτες) και βάζει πρώτα μέσα στην τρύπα τα πόδια του για να μπει μετά και ο ίδιος. Αν τα γόνατα του βρεθούν μέσα στην τρύπα, το υπόλοιπο σώμα τραβιέται αμέσως ακολουθώντας τα γόνατα, όπως ο μεγαλύτερος και γρηγορότερος ποταμός μπορεί να ρουφήξει τον άνθρωπο που τον άρπαξε με τη δίνη του. (!!)


Έπειτα, για όσους βρεθούν στο άδυτο, δεν υπάρχει ένας μόνο τρόπος για να μάθουν το μέλλον, αλλά άλλος βλέπει και άλλος ακούει. Όσοι κατεβαίνουν γυρίζουν πίσω από το ίδιο στόμιο, και βγάζοντας πρώτα τα πόδια, ξεβράζονται έξω.


Λένε πως κανένας απ' όσους κατέβηκαν δεν πέθανε, εκτός από κάποιον δορυφόρο του Δημητρίου. Αυτός δεν έκανε όσα προβλέπουν οι κανονισμοί του ιερού, ούτε κατέβηκε για μαντεία, αλλά πήγε με την ελπίδα να πάρει ασήμι και χρυσάφι από το άδυτο. Λέγεται ότι το πτώμα του φάνηκε σε άλλο μέρος και δεν βγήκε από το ιερό στόμιο. Λένε κι άλλα για τον άνθρωπο αυτόν, αλλά ανέφερα τα πιο αξιόλογα.


Όποιον ανεβαίνει από τον Τροφώνιο τον παίρνουν πάλι οι ιερείς και τον καθίζουν στον λεγόμενο θρόνο της Μνημοσύνης, που βρίσκεται κοντά στο άδυτο. Αφού καθίσει τον ρωτούν για όσα είδε και έμαθε, και αφού τα πληροφορηθούν τον παραδίδουν στους δικούς του, που τον παίρνουν και τον μεταφέρουν στο οίκημα όπου έμενε προηγουμένως, κοντά στην αγαθή Τύχη και στον αγαθό Δαίμονα, ενώ αυτός έχει χάσει το γέλιο του και κατέχεται ακόμη από μεγάλο φόβο και δεν γνωρίζει ούτε τον εαυτό του ούτε τους γύρω του. Αργότερα όμως, ανακτά και άλλα και τη φρόνηση στον βάθρο που την είχε και πριν, και επανέρχεται το γέλιο του.


Γράφω αυτά, όχι επειδή τα άκουσα, αλλά και άλλους είδα και εγώ ο ίδιος έκανα χρήση του Τροφωνίου. Όσοι κατεβαίνουν στο Τροφώνιο είναι ανάγκη να αφιερώσουν, γραμμένα σε πινακίδα, όσα άκουσε ή είδε ο καθένας...»


Φαντάζομαι μια ολόκληρη βιβλιοθήκη από πινακίδες, στις οποίες είναι καταγεγραμμένες ατελείωτες ιστορίες παράξενων εμπειριών και αποκαλύψεων για το μέλλον, μια βιβλιοθήκη που -φυσικά- αγνοείται η τύχη της, ούτε την έχει αναζητήσει ποτέ κανείς.


Ο Φιλόστρατος, επίσης, μας διηγείται πολλά για το Τροφώνιο Άνδρο, και μεταξύ άλλων μας λέει ότι η υπόγεια εμπειρία του επισκέπτη συμπεριλάμβανε και επαφές με «ερπετά»:


Το σπήλαιο στη Λιβαδειά είναι αφιερωμένο στον Τροφώνιο, τον γιο του Απόλλωνα, και εκεί μπορούν να εισέλθουν μόνο όσοι μείνουν εκεί για να πάρουν χρησμό, και το μαντείο δεν είναι ορατό από τον ναό, αλλά στέκει λίγο πιο πάνω απ' αυτόν, στον λόφο, και είναι κλεισμένο από σιδερένια κάγκελα που το περικυκλώνουν. Για να κατέβεις σε αυτό, πρέπει να καθίσει κάτω και να τραβηχτείς απότομα εκεί μέσα. Εκείνοι που εισέρχονται εκεί, είναι ντυμένοι με λευκά ρούχα και κρατούν μελόπιτες στα χέρια τους, για να εξευμενίσουν τα ερπετά που συναντούν κατά την κάθοδο τους...»


Η αληθινή μαντική σπηλιά του Τροφώνιου στη Λιβαδειά, δεν έχει ανακαλυφθεί, παρόλο που οι ιερές πηγές αποτελούν τουριστικό αξιοθέατο και τα ερείπια ενός ναού στέκουν λίγο πιο πέρα. Οι ερευνητές και οι αρχαιολόγοι δεν φαίνονται να γνωρίζουν την αναφορά του Φιλόστρατου που δηλώνει με ακρίβεια ότι «το μαντείο δεν είναι ορατό από τον ναό, αλλά στέκει στον λόφο», ούτε την αντίστοιχη αναφορά του Παυσανία που συμφωνεί με αυτήν του Φιλόστρατου:


«Το μαντείο είναι στο βουνό, πάνω από το άλσος...» (Ανεβαίνοντας προς τη Ζωοδόχο Πηγή, στον δρόμο μπορείς να ακούσεις νερό να τρέχει μέσα από τους βράχους, υπάρχει ακόμη ένα υπόγειο σύστημα από σπήλαια μέσα στο βουνό).


Ο Φιλόστρατος, επίσης, αναφέρει την ύπαρξη ενός μεγάλου συστήματος σπηλαίων στη Λιβαδειά, και λέει για εκείνους που το επισκέπτονται ότι «η γη τους φέρνει και πάλι στην επιφάνεια, σε μερικές περιπτώσεις εκεί κοντά, αλλά σε άλλες περιπτώσεις πολύ μακριά από εκεί...»(εννοώντας ότι υπάρχουν στοές και ανοίγματα όχι μόνο στην περιοχή αλλά και άλλα που σε βγάζουν πολύ μακριά από εκεί), ένα δίκτυο συνδεόμενων σπηλαίων και μυστικών εσόδων και εξόδων, στοές μεγάλης απόστασης. Μάλιστα, οι αρχαίοι θρύλοι υποστήριζαν ότι όχι μόνο υπήρχαν τέτοιας έκτασης σπηλαιώδεις διάδρομοι, αλλά και ότι οδηγούσαν μέχρι τους Δελφούς, κι αυτή ήταν η μυστική «συγγένεια» των δύο μαντείων.


Ο Δικαίαρχος, ένας από τους αγαπημένους μαθητές του Αριστοτέλη, ένας πολύ φημισμένος ιστορικός κατά την εποχή του, ασχολήθηκε με το ζήτημα. Τα έργα του δεν «διασώθηκαν» μέχρι τις μέρες μας, αλλά υπήρχαν ακόμη και την εποχή του Κικέρωνα (50 π.Χ.), ο οποίος αναφέρει σε μία επιστολή προς τον φίλο του Αττικό:


«Στηρίζομαι στους χάρτες του Δικαίαρχου, ενός συγγραφέα μεγάλου κύρους... Στην περιγραφή του για το σπήλαιο του Τροφώνιου, την οποία βάζει στο στόμα του Χάρωνα, κατηγορεί τους Έλληνες για το γεγονός ότι έμειναν προσκολλημένοι στις σκιές της θάλασσας...»


Έτσι, πληροφορούμαστε έμμεσα από τον Κικέρωνα ότι αυτός ο μεγάλος λόγιος του Λυκείου του Αριστοτέλη είχε συγγράψει μία περιγραφή για το «σπήλαιο του Τροφώνιου», την οποία δεν νομίζω ότι θα έμπαινε στον κόπο να συγγράψει αν δεν υπήρχε κάποιο αξιόλογο σπήλαιο εκεί.


Υπάρχουν πολλοί που θεωρούν ότι η παράξενη τρύπα της γης που «σε ρουφάει σαν ηλεκτρική σκούπα» (όπως θα περιέγραφε κανείς τις διηγήσεις των αρχαίων για την είσοδο εκεί κάτω, όπου κανείς δεν ξέρει τι συνέβαινε) κι έπειτα σε ξεβράζει πίσω (έπειτα από πολλές ώρες ή και μέρες), δηλαδή το υπόγειο μαντείο του Τροφώνιου, βρίσκεται επάνω στον Προφήτη Ηλία, στον απόκρημνο λόφο. Άλλοι μελετητές (με τους οποίους μάλλον συμφωνώ) υποστηρίζουν ότι ο λάκκος όπου κατέβαινε ο επισκέπτης πριν εισχωρήσει στην παράξενη τρύπα, μετατράπηκε σε υπόγειο χριστιανικό ναό της Αγίας Βαρβάρας, και πάνω του χτίστηκε και δεύτερος υπέργειος ναός της Αγίας Σοφίας. Εκεί που σήμερα βρίσκεται αυτός ο παράξενος διπλός διώροφος ναός, κατά τη γνώμη μου και όχι μόνο, ήταν ο «λάκκος του Αγαμήδη» (π.χ. βλέπε στον Παυσανία: «θυσιάζουν σε βόθρο επικαλούμενοι τον Αγαμήδη»), κι αυτό σημαίνει ότι κάπου εκεί ήταν και η παράξενη τρύπα, η είσοδος του υπόγειου μαντείου. Στον υπόγειο ναό της Αγίας Βαρβάρας, το ιερό που έχει χτιστεί έτσι ώστε να φράζει ακριβώς τη δίοδο που οδηγούσε στην τρομακτική τρύπα, (φαινόμενο που επαναλαμβάνεται σε εκατοντάδες ναούς της Ελληνικής υπαίθρου, που το ιερό σφραγίζει στοές ή εισόδους σπηλαίων... Για περισσότερα περί αυτών, βλέπε στο βιβλίο μου Κούφια Γη).


Ο Αριστοφάνης αναφέρεται στο Τροφώνιο και στον Σωκράτη (για το ένθερμο ενδιαφέρον του Σωκράτη για το Τροφώνιο, θα μιλήσουμε παρακάτω) στο σατιρικό έργο του Νεφέλες (423 π.Χ.}, σε έναν χαρακτηριστικό διάλογο: «Στρεψιάδης: Α! Συμφορά μου! θα γίνω μισοπεθαμένος. Σωκράτης: Άσε τα λόγια κι ακολούθησε με και κούνα τα πόδια σου. Στρεψιάδης: Δώσε μου πρώτα να βαστάω μια μελόπιτα, γιατί τρομάζω σαν να κατεβαίνω στο Τροφώνιο Άνδρο. Σωκράτης: Εμπρός! Τι στέκεσαι στην πόρτα και σκύβεις και κοιτάς; Προχώρα!...»


Αυτή η παράξενη είσοδος που βρισκόταν στο έδαφος, μια στενή σκοτεινή τρύπα μπροστά στην οποία καθόσουν στο έδαφος, έβαζες τα πόδια σου μέχρι τα γόνατα μέσα σου, κι εκείνη σε τραβούσε απότομα μέσα, στην λεγόμενη «απαγωγός οπή» {ένας αγωγός που έκανε απαγωγή). Χανόσουν από την επιφάνεια της γης, κανείς δεν ήξερε πού πηγαίνεις, εσύ ταξίδευες μέσα στο μαντείο (!), ήταν σαν να πήγαινες σε έναν άλλον κόσμο, έβλεπες οράματα, συναντούσες ερπετά και φαντάσματα, σκιές και οπτασίες, άκουγες φωνές και ιστορίες, διδασκαλίες και Χρησμούς, έλειπες για ένα απροσδιόριστο χρονικό διάστημα πολλών ωρών και ακόμη και ημερών, ώσπου να σε ξεβράσει έξω η ίδια τρύπα, να σε πετάξει έξω και να εμφανιστεί πρώτα με τα πόδια κι έπειτα με το υπόλοιπο σώμα, ακριβώς όπως σε ρούφηξε, αντίστροφα αυτή τη φορά.


Έβγαινες συγκλονισμένος, δεν θυμόσουν ούτε καν πώς σε λένε, ήσουν σαν χαμένος, ακόμη «έχανες το χαμόγελο και το γέλιο σου», κι έπρεπε να σε περιλάβουν οι ιερείς, να σε πάνε σε έναν ειδικό χώρο για να σε συνεφέρουν. Μόλις ανακτούσες την ομιλία σου και την πρόσφατη μνήμη σου, σε ανέκριναν για να τους διηγηθείς τα πάντα που είδες ή άκουσες εκεί κάτω, όλα αυτά που σου συνέβησαν. Κατέγραφαν την εμπειρία σου στο ιερό αρχείο τους, κι έπειτα σε παρέδιδαν στους δικούς σου ανθρώπους, τελικά έβρισκες τον εαυτό σου, κι έπειτα από λίγο καιρό «επανερχόταν το γέλιο σου», πράγμα που σημαίνει ότι τότε βρισκόσουν σε κατάθλιψη ή μελαγχολία. Είχες πάρει τον χρησμό που ζητούσες, αλλά απαγορευόταν αυστηρά να μιλήσεις σε οποιονδήποτε άλλον γι' αυτόν, ούτε έπρεπε να διηγηθείς ποτέ σε κανέναν αυτά που σου συνέβησαν στο υπόγειο ταξίδι σου μέσα από εκείνη την τρύπα-ρουφήχτρα. Όποιος παρέβαινε αυτόν τον άγραφο νόμο, πέθαινε με ανεξήγητο τρόπο. Όλα αυτά τα τρομακτικά πράγματα, πάνω-κάτω, τα ήξεραν οι άνθρωποι που επισκέπτονταν το Τροφώνιο, κι όμως χιλιάδες απ' αυτούς πήγαιναν εκεί ανά τους αιώνες -τουλάχιστον από το 500 π.Χ. ως την απαγόρευση λειτουργίας από τον Θεοδόσιο Α' -για να ζητήσουν χρησμό, κι αυτό το γεγονός δείχνει πόσο σημαντική θεωρούνταν η περιπέτεια αυτή και πόσο έγκυρο: ήταν οι μελλοντολογικοί χρησμοί που δίνονταν εκεί). Τις ιδιότητες αυτής της ιερής τρύπας στο Τροφώνιο, φαίνεται ότι είχαν και άλλες τρύπες και σχισμές σε άλλα μέρη της αρχαιότητας. Για παράδειγμα, όπως ανακαλύπτω στα γραπτά του Φιλόστρατου, μια τέτοια σχισμή υπάρχει στον πρόδομο του Παρθενώνα, πάνω στον βράχο της Ακρόπολης των Αθηνών, «μια σχισμή η οποία τραβά μέσα της όλα τα πουλιά που πετούν από πάνω της». (Με αυτό σχετίζεται η λεγόμενη «άορνος πέτρα» - ο βράχος που δεν πετούν τα όρνια από πάνω του. Την πληροφορία γι' αυτή τη σχισμή στην Ακρόπολη που ρουφάει τα πουλιά -που είναι και η αιτία για την παλιά δοξασία που λέει ότι ποτέ δεν θα δεις πουλιά να πετούν ακριβώς πάνω από την Ακρόπολη -κάποιοι μελετητές την παραφράσανε και την παρουσίασαν ως πληροφορία για κάποιο υποτιθέμενο ηλεκτρομαγνητικό πεδίο της Ακρόπολης που απωθεί τα πουλιά, που εξαιτίας του αποπροσανατολίζονται και δεν πετούν πάνω από τον βράχο).


Ο τρόπος εισόδου και εξόδου στο μαντείο, καθώς και το υπόγειο ταξίδι του τολμηρού επισκέπτη του Τροφώνιου, "μου υποδεικνύουν ένα είδος ιερατικής Πνευματικής Συγκοινωνίας της αρχαιότητας. {Ο όρος «Πνευματική» -αλλά και το πνεύμα- προέρχεται από τη λέξη πνοή, πνέω, κλπ, δηλαδή φύσημα, φυσώ ή εμφυσώ, και υπονοεί τη ροή του αέρα που χρησιμοποιείται ως προωθητική δύναμη για τη συγκοινωνία αυτή). Η επινόηση της Πνευματικής Συγκοινωνίας, δηλαδή της μεταφοράς ανθρώπων ή αντικειμένων με το μέσον του πεπιεσμένου σέρα μέσα σε ένα δίκτυο σωληνώσεων, ή «Pneumatics» ή «Pneumatic Transit», στη νεότερη Ιστορία παρουσιάστηκε γ:α πρώτη φορά στο Λονδίνο από τον George Medhurst, γύρω στο 1810. Ο Medhurst και οι συνεργάτες του προσπαθούσαν να στήσουν ένα υπόγειο δίκτυο από Pneumatics σε όλο το Λονδίνο, για να μεταφέρει με τον πεπιεσμένο αέρα του επιστολές και δέματα, για λογαριασμό της ταχυδρομικής υπηρεσίας, με σωλήνες μικρής διαμέτρου. Ένα ολόκληρο Institute of Pneumatic Research είχε δημιουργηθεί για να ερευνηθούν οι προδιαγραφές και οι δυνατότητες που θα οδηγούσαν στην επίτευξη αυτού του παράξενου σχεδίου. Τελικά, κατασκευάστηκε ένα τμήμα πειραματικού δικτύου το οποίο όμως έπεσε σε αχρηστία εξαιτίας κάποιων τεχνικών προβλημάτων, κυρίως… διότι εκείνη την εποχή ο Medhurst δεν μπορούσε να κατασκευάσει μία αεραντλία αρκετά ισχυρή ώστε να παράγει την απαιτούμενη πίεση αέρα για το δίκτυο. Παρ' όλα αυτά, το ζήτημα έγινε έμμονη ιδέα για πολλούς εφευρέτες και μηχανικούς, που συνέχισαν να πειραματίζονται με σκοπό την εγκαθίδρυση ενός τέτοιου ταχυδρομικού δικτύου.


Ο Αμερικανός εφευρέτης και επιχειρηματίας Alfred Ely Beach (1826-1896), μεταξύ άλλων αρθρογράφος και ιδρυτής, εκδότης, ιδιοκτήτης του γνωστού επιστημονικού περιοδικού Scientific American, ενημερώθηκε –στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του 1860- για παλαιότερες προσπάθειες των Άγγλων εφευρετών, και του ήρθε μία φαεινή ιδέα: να κατασκευάσει ένα τεράστιο υπόγειο σύστημα με Pneumatics κάτω από τη Νέα Υόρκη, το οποίο θα μεταφέρει ανθρώπους, λύνοντας έτσι το αυξανόμενο κυκλοφοριακό πρόβλημα της μεγαλούπολης. Στην αρχή ήθελε να εκτοξεύει με τη ροή του αέρα ανθρώπους μέσα σε σωλήνες κάτω από την πόλη! Ο Beach οραματίστηκε τελικά ένα κλειστό βαγονέτο με επιβάτες, σαν κάψουλα, που θα κινείται μέσα σε ένα σωλήνα (γι’ αυτό και λέγεται «tube-way»), με την ισχυρή ροή του αέρα που δημιουργεί ένας τεράστιος ανεμιστήρας, σε ένα υπόγειο δίκτυο στο υπέδαφος της Νέας Υόρκης. Τελικά, έπειτα από χρόνια αγώνων, ο Beach κατάφερε να πραγματοποιήσει το σχέδιο του για το Pneumatics. Το Φεβρουάριο του 1870 παρουσίασε στο κοινό της Νέας Υόρκης το πρώτο Πνευματικό Τούνελ: ξεκινούσε από τη Warren Street κάτω από το Broadway και το διέσχιζε προς το νότο, μέχρι τη Murray Street. Ήταν καθαρό, χωρίς ρύπους, λαμπρά φωτισμένο, αθόρυβο και χωρίς δονήσεις, προσφέροντας ένα πολύ άνετο και πολύ γρήγορο ταξίδι. Ο υπόγειος σταθμός ήταν φωτισμένος από τεράστιους πολυέλαιους, υπήρχε ένα πιάνο με ουρά που έπαιζε μουσική, και ένα σιντριβάνι γεμάτο χρυσόψαρα. Τον πρώτο χρόνο της λειτουργίας του, τετρακόσιες χιλιάδες επιβάτες το επισκέφτηκαν, πληρώνοντας είκοσι πέντε σεντς για να κάνουν τη βόλια. Ο Beach αγωνιζόταν πλέον για την έγκριση της διεύθυνσης του Πνευματικού δικτύου σε όλο το υπέδαφος της Νέας Υόρκης. Τελικά, για άγνωστους λόγους, το Πνευματικό Τούνελ έκλεισε, και στο τέλος σφραγίστηκε... Μέσα σε λίγα χρόνια είχε ξεχαστεί τελείως. Η Πνευματική Συγκοινωνία του Beach αποτέλεσε το πρώτο «μετρό». Η ιδέα των Pneumatics υποτίθεται ότι δεν καρποφόρησε διότι σύντομα αντικαταστάθηκε από την ιδέα των ηλεκτροκίνητων υπόγειων τραίνων. Το παράξενο σύστημα των Pneumatics, τελικά, χρησιμοποιήθηκε με μικρά δίκτυα σωληνώσεων μέσα σε γραφειακά κτίρια, στα οποία μέσω πεπιεσμένου αέρα γινόταν η ταχύτατη μεταφορά επιστολών και γραφειοκρατικών χαρτιών μέσα σε κάψουλες, από γραφείο σε γραφείο και από όροφο σε όροφο, η Πνευματική Συγκοινωνία του Beach σε μικροσκοπική κλίμακα. Η Πνευματική Συγκοινωνία και το Πνευματικό Τούνελ είχε ξεχαστεί από τους περισσότερους κατοίκους της Νέας Υόρκης, όταν το 1912, δεκάξι χρόνια μετά το θάνατο του Alfred Ely Beach, οι εργάτες της BMT Subway που έκαναν εκσκαφές για ένα νέο παρακλάδι της υπόγειας γραμμής Μπρούκλιν-Μανχάταν, έπεσαν επάνω σε ένα χτισμένο και ερμητικά σφραγισμένο τούνελ, το οποίο φιλοξενούσε σχεδόν ανέπαφο ένα παράξενο βαγόνι. Ήταν το Πνευματικό Τούνελ. Βρήκαν ακόμη και τον σταθμό, με το πιάνο του και το σιντριβάνι του. Πήραν την εντολή καταστρέψουν τα πάντα... (Για περισσότερα περί Πνευματικής Συγκοινωνίας και για παράξενες ιστορίες σε σχέση με όλα αυτά, βλέπε στο κεφάλαιο Όταν Ήμουν Αόρατος του βιβλίου μου Megapolisomancy: Τα Μυστήρια των Πόλεων).


Άραγε, υπήρχε, λοιπόν, ένα είδος ιερατικής Πνευματικής Συγκοινωνίας της αρχαιότητας, σε ενέργεια στο Τροφώνιο Άντρο και αλλού; Ίσως να χρησιμοποιούσε φυσικά ρεύματα ισχυρού σέρα που διέτρεχε τις υπόγειες στοές, αλλά ίσως και να ήταν ένα τεχνητό δίκτυο(η αρχαία τεχνολογία που ξέρουμε πως είχαν στη διάθεση τους οι αρχαίοι Έλληνες, αρκούσε για να κατασκευαστεί κάτι ανάλογο). Το θεωρώ πολύ πιθανό, αν και είναι μια τολμηρή, σκέψη, φυσικά. (Να μία ακόμη πιο τολμηρή σκέψη: Μήπως οι ιερείς είχαν κατασκευάσει εκεί κάτω μία υπόγεια ιερατική «Disneyland; Σου έδιναν να πιεις ψυχοτροπικές ουσίες μαζί με τα νερά της Λήθης και της Μνημοσύνης, σε ρουφούσε η τρύπα, κι έπειτα ταξίδευες με τρόπο πνευματικό και παρακολουθούσες έντρομος το Grotesque υπόγειο ιερό σώου που είχαν στημένο εκεί κάτω...)


Όπως είπα, αυτά που είδαν, άκουσαν και έμαθαν μέσα στο Τροφώνιο οι επισκέπτες, δεν επιτρεπόταν να τα διηγηθούν σε τρίτους. (Ούτε ο Παυσανίας μάς διηγείται τι συνέβη εκεί μέσα στον ίδιο). Απ' όσο ξέρουμε, στον ιερό νόμο που απαγόρευε να διηγηθεί κανείς την εμπειρία του στους άλλους, υπήρξε τουλάχιστον μία εξαίρεση: ένας Αθηναίος, ο Τίμαρχος, συγκλονισμένος απ' αυτά που του συνέβησαν μέσα στο Τροφώνιο, τα διηγήθηκε όλα λεπτομερώς στους φίλους του, με αποτέλεσμα να πεθάνει ανεξήγητα λίγο αργότερα. Οι φίλοι του αυτοί, μετέφεραν τη διήγηση του Τίμαρχου στον Σωκράτη, κι εκείνος οργίστηκε και τους μάλωσε, λέγοντας τους ότι έπρεπε να είχαν φέρει αμέσως τον Τίμαρχο σ' αυτόν, για να ακούσει από τον ίδιο τη διήγηση των συμβάντων. (Σημειώστε ότι ο Σωκράτης ήταν εξαιρετικά σκεπτικιστής και κυνικός απέναντι στα θρησκευτικά δρώμενα, κι όμως ενδιαφερόταν πολύ για το τι συνέβαινε στο Τροφώνιο). Τόσο σπουδαία τα θεώρησε όλα αυτά ο Σωκράτης, ώστε οργίστηκε που μπόρεσε να μιλήσει με τον ίδιο τον Τίμαρχο εξαιτίας αυτής της απερισκεψίας των φίλων του, αλλά μόνο άκουσε τη διήγηση από δεύτερο ή τρίτο χέρι (κι έτσι γνώριζε πως κάποιες ίσως σημαντικές λεπτομέρειες είχαν αλλοιωθεί).


Ο Πλούταρχος παραθέτει με πολλές λεπτομέρειες τη διήγηση του Τίμαρχου για την επίσκεψη του στο Τροφώνιο, και, ως αρχιερέας του γειτονικού Μαντείου των Δελφών, μπορούμε να υποθέσουμε ότι κατείχε πολλές ειδικές γνώσεις πάνω στο ζήτημα. Η αναφορά του Πλουτάρχου είναι αρκετά σκοτεινή και δυσνόητη, πολύ μεγάλη για να την παραθέσω εδώ, αλλά τα αποσπάσματα που τελικά θα παραθέσω είναι ιδιαιτέρως διαφωτιστικά:


«Κατήλθε στην κρύπτη του Τροφώνιου, αφού πρώτα τέλεσε όλες τις τελετουργίες που συνηθίζοντας στο μαντείο. Έμεινε κάτω από το έδαφος για δύο νύχτες και μία μέρα, οι περισσότεροι είχαν ήδη αφήσει κάθε ελπίδα να τον ξαναδούν, και η οικογένεια του τον θρηνούσε για νεκρό, όταν το πρωί εκείνος βγήκε έξω με λαμπερό παρουσιαστικό. Λάτρευσε τον θεό, και, αμέσως μόλις ξεγλίστρησε από το πλήθος, άρχισε να μας διηγείται τα πολλά θαύματα που είδε και άκουσε εκεί μέσα...»


Το υπόγειο σύστημα πρέπει να ήταν τόσο μεγάλο σε έκταση για να δικαιολογεί την περιπλάνηση κάποιου εκεί μέσα για μέρες ολόκληρες, κι αυτό υποδεικνύει έναν λαβύρινθο από στοές (ίσως και κάποια μέσα για να του δοθεί φαγητό και νερό, ίσως ακόμη και αίθουσες όπου μπορούσε να φιλοξενηθεί). Ο σοφός Απολλώνιος Τυανέας, λέγεται ότι έμεινε εκεί μέσα για δύο ολόκληρες εβδομάδες (σίγουρα σπάζοντας κάποιο ρεκόρ), όπως αναφέρει ο Φιλόστρατος... Ο Πλούταρχος συνεχίζει τη διήγηση ίου:


«Ο Τίμαρχος είπε ότι, στην κάθοδο του στη μαντική κρύπτη, η πρώτη του εμπειρία ήταν αυτή της πτήσης σε απόλυτο σκοτάδι, κι έπειτα από μια προσευχή, έμεινε να κείτεται για πολύ ώρα χωρίς να έχει συνείδηση για το αν ήταν ξυπνητός ή αν ονειρευόταν. Παρ' όλα αυτά, την ίδια ώρα τού φάνηκε ότι άκουσε έναν κρότο και ότι χτύπησε στο κεφάλι, και ότι χτύπησε στο κεφάλι, και ότι οι ραφές του κρανίου του χωρίστηκαν και απελευθέρωσαν την ψυχή του...»


Έπειτα είχε μια πολύ μεγάλη και πολύπλοκη μυστικιστική εμπειρία, βλέπονται οράματα που χρειάζονται πολλές σελίδες για να περιγραφούν, και όταν έπειτα από απροσδιόριστο χρονικό διάστημα αναδύθηκε από τα οράματα, άκουσε μια φωνή στο σκοτάδι (ένας ιερέας; κάποια οντότητα;) να του μιλά:


«Τίμαρχε, τι θέλεις να σου εξηγήσω;» «Τα πάντα», απάντησε εκείνος, «γιατί, τι υπάρχει εδώ κάτω που να μην είναι θαυμαστό;» «Όχι», είπε η φωνή, «στα υψηλότερα πεδία εμείς οι άλλοι λαμβάνουμε ελάχιστο μέρος, διότι ανήκουν στους θεούς. Αλλά, μπορείς αν θέλεις να ρωτήσεις για το πεδίο της Περσεφόνης, που διοικείται από εμάς, είναι μια από τις τέσσερις χώρες, και σημαδεύεται από την πορεία της Στυγός...» «Τι είναι η Στύγα;» ρώτησε εκείνος. «Είναι το μονοπάτι που οδηγεί στον Κάτω Κόσμο, στον Άδη», ήρθε η απάντηση, «περνά δίπλα σου απ' εδώ... εκτείνεται προς τα πάνω, όπως βλέπεις, ερχόμενη από τον Άδη από κάτω μας. Καθώς η Στύγα πλησιάζει, οι ψυχές φωνάζουν από τρόμο, γιατί πολλοί είναι εκείνοι που γλιστρούν και μεταφέρονται μακριά από τον Άδη...» «Μα, δεν βλέπω τίποτε», είπε ο Τίμαρχος, «μονάχα βλέπω πολλά άστρα να τρεμοφέγγουν πάνω από την Άβυσσο, άλλα να βυθίζονται μέσα σ' αυτήν, και άλλα να εξακοντίζονται από εκεί κάτω προς τα πάνω...» «Τότε», αποκρίθηκε η φωνή, «χωρίς να το συνειδητοποιείς βλέπεις τους δαίμονες...»


«Όταν ο Τίμαρχος θέλησε να αντικρίσει τον ομιλούντα, (η φωνή ακουγόταν από πίσω του), δεν μπορούσε να γυρίσει το κεφάλι του (είχε πάθει κάτι σαν αγκύλωση). Έπειτα ένιωσε πάλι έναν οξύ πόνο στο κεφάλι, σαν να το πίεζε μια δύναμη μεγάλη για να το συμπιέσει, κι έχασε κάθε συνείδηση και αίσθηση του τι συνέβαινε. Όταν αργότερα συνήλθε, βρήκε τον εαυτό του στην είσοδο του μαντείου, εκείνη που τον είχε τραβήξει κάτω εκεί... Όταν αργότερα ήρθε στην Αθήνα, και πέθανε στον τρίτο μήνα, όπως το είχε προφητέψει το μαντείο, θαυμάσαμε και είπαμε στον Σωκράτη όλη την ιστορία...» Ο Πλούταρχος, λοιπόν, στο έργο του Περί ίου Σωκράτους Δαιμονίου (590Β) καταγράφει ένα μέρος της διδασκαλίας που εκπέμπεται από τη θεία φωνή προς τον Τίμαρχο (ίσως αντίστοιχη με εκείνη τη φωνή που άκουγε ο Ιωάννης στο Σπήλαιο της Αποκάλυψης να του υπαγορεύει τι να γράψει). Να ένα απόσπασμα του διδακτικού χρησμού που δίδεται στον Τίμαρχο:


«Η ανθρώπινη Ψυχή προήλθε από τον θείο Νου. Ένα μέρος της, καθώς αναμιγνύεται με τα πάθη της ύλης, αλλοιώνεται, αλλά ένα άλλο θαυμάσιο μέρος της μας κρατάει ψηλά το κεφάλι, ώστε να αναπνέουμε τον ελεύθερο αέρα, σαν αεραγωγός επικοινωνών με το σκάφανδρο ανθρώπου που έχει καταδυθεί στον βυθό. Το μέρος εκείνο που βρίσκεται στο υποβρύχιο σώμα ονομάζεται Ψυχή. Ενώ, γι' αυτό που δεν αλλοιώνεται, οι πολλοί, βλέποντάς το ως ανταύγεια επί εσόπτρου, πιστεύουν ότι βρίσκεται μέσα τους. Όσοι όμως διαισθάνονται σωστά, γνωρίζουν ότι αυτό βρίσκεται έξω από αυτούς, και το αποκαλούν Δαίμονα...»


Μελετώντας διάφορα βιβλία, ανακάλυψα ένα αξιόλογο σχόλιο για την παραπάνω παράγραφο. Σχολιάζοντας αυτό το απόσπασμα, ο Δημ. Δημόπουλος, στο εξαιρετικό έργο του περί των ελληνικών μαντείων, γράφει:


«Εδώ γίνεται για πρώτη φορά η διάκριση της Ψυχής σε δύο τμήματα, αυτά που αργότερα η φιλοσοφία δια του Πλάτωνος θα ονόμαζε Επιθυμητικόν και Θυμοειδές, και, επί το φιλοσοφικότερον, Μεριστή και Αμέριστη Ουσία. Η Ψυχή-Νέκυς, διακρίνεται από την ψυχή-θυμόν: αυτή η δεύτερη είναι η θεία αιτία της ζωής, είναι αυτή που μπορεί να διασυνδέει τον άνθρωπο, σαν αεραγωγός με σκάφανδρο δύτου, προς τον θείον Δαίμονα, προς την Αμέριστη Ουσία του Κόσμου. Τι είναι όμως άραγε αυτός ο Δαίμων, που ευρίσκεται επάνω από τον άνθρωπο και τον οποίο αυτός είναι σε ψυχική συνάρτηση;


Οι Δαίμονες, γράφει ο Πλούταρχος, είναι ‘ψυχές αποχωρισθείσες του σώματος ή ουδέποτε ενσωματωθείσες, οι οποίες, κατά τον θείον Ησίοδο, είναι αγνοί επιχθόνιοι φύλακες θνητών ανθρώπων...’ Ο Κέλσος ονομάζει "ήρωες" και "αγγέλους" αυτά τα δύο είδη δαιμόνων.


Οι Δαίμονες είναι γενικώς ανώτερες υπάρξεις, πνευματικές, οι οποίες συμπαρίστανται αθέατες στους ενάρετους ανθρώπους. Για τον πολύν κόσμο, που δεν είχε τη δυνατότητα να απευθυνθεί σε ένθεο Μαντείο (σ’ αυτά προηγούνταν οι εκπρόσωποι των πόλεων), λειτουργούσαν τα Νεκρομαντεία και τα Ηρωομαντεία. Εκεί ερχόταν κανείς σε επαφή με ψυχές νεκρών ή με σχετικώς κατώτερα πνεύματα, με ψυχές δηλαδή αποχωρισθείσες του σώματος. Αυτά τα Μαντεία μπορεί να μην είχαν τις δυνατότητες των μεγάλων ένθεων Μαντείων, αλλά προσέφεραν σοβαρές υπηρεσίες στους απλούς ανθρώπους, και γι' αυτό μέχρι και τη βίαιη καταστροφή τους δεν έπαψαν να λειτουργούν.


Η ύπαρξη βεβαίως ανωτέρων και κατωτέρων δαιμόνων, δεν σημαίνει ότι υπάρχουν και "πονηροί δαίμονες" είτε (πολλώ μάλλον) και δαίμονες "του Κακού". Απαξιούμε δε τελείως να σχολιάσουμε τη βλάσφημη διαφθορά που έχει γίνει στη λέξη "δαίμων". Λέγοντας όμως "δαίμονα" ο χρησμός του Τροφωνίου εννοούσε τις ‘ψυχές τις ουδέποτε ενσωματωθείσες’: το Θείον! Με αυτό ευρίσκεται η ανθρώπινη ψυχή σε πλήρη εξάρτηση, είτε το έχει συνειδητοποιήσει είτε όχι. Όταν όμως εκείνη το συνειδητοποιεί αυτό, τότε της ανοίγονται τεράστιοι ορίζοντες γνώσεως και χάριτος...» (Δημ. Δημόπουλος, Στο Άδυτο των Ελληνικών Μαντείων, εκδ. Ελεύθερη Σκέψις).


Οι πολλοί, βλέποντας το ως ανταύγεια επί εσόπτρου, πιστεύουν ότι βρίσκεται μέσα τους. Όσοι όμως διαισθάνονται σωστά, γνωρίζουν ότι αυτό βρίσκεται έξω από αυτούς, και το αποκαλούν Δαίμονα...» Αυτό το σημείο της διήγησης του Πλούταρχου, δεν μπορεί παρά να μου φέρει στον νου ένα θρυλικό αινιγματικό εδάφιο από τις επιστολές του Αποστόλου Παύλου (Προ3 Κορινθίους Α ', ιγ': 12): «Βλέπομεν γαρ άρτι δι εσόπτρου εν αινίγματι, τότε δε πρόσωπον προς πρόσωπον, άρτι γιγνώσκω εκ μέρους, τότε δε επιγνώσομαι καθώς και επεγνώσθην...» (Τώρα βλέπουμε μέσα σ' έναν εσωτερικό καθρέφτη, αινιγματικά, σκοτεινά, τότε όμως θα δούμε πρόσωπο με πρόσωπο. Αυτό που τώρα γνωρίζω μόνο εν μέρει, τότε θα το γνωρίσω όπως γνωρίζομαι...» (Αναφέρεται είτε στη θέαση της θεότητας, είτε στον τρόπο που θεώμεθα τα πάντα).


Ο Leon Bloy (Le mendiant Ingrant, 1894), σχολιάζει εξίσου αινιγματικά: «Η φράση του Αποστόλου Παύλου: Videmus nunc per speculum in aenigmate , ίσως να είναι ο φωταγωγός, απ' όπου μπορούμε να καταδυθούμε στην αληθινή Άβυσσο: την ψυχή του ανθρώπου. Η τρομακτική απεραντοσύνη των αβύσσων του στερεώματος είναι μια ψευδαίσθηση, ένα εξωτερικό είδωλο των δικών μας αβύσσων που "καθρεφτίζονται". Πρέπει να στρέψουμε τα μάτια, να αφιερωθούμε σε μια ανυπέρβλητη αστρονομία προς το άπειρο της καρδιάς μας, για την οποία θυσιάστηκε ο θεός... Αν βλέπουμε τον Γαλαξία, είναι γιατί υπάρχει αληθινά μέσα στην ψυχή μας...»


Κρυφακούγοντας τα λόγια της φωνής μέσα στο σκοτάδι, που λέει: «ένα άλλο θαυμαστό μέρος της μας κρατάει ψηλά το κεφάλι, ώστε να αναπνέουμε τον ελεύθερο αέρα, σαν αεραγωγός επικοινωνών με το σκάφανδρο ανθρώπου που έχει καταδυθεί στον βυθό…..», σκέφτομαι ότι η κατάδυση στο εσωτερικό της γης είναι ταυτόχρονα και μία κατάδυση στο εσωτερικό της ψυχής, και είναι ξεκάθαρο ότι αυτό υπονοούνταν στις εμπειρίες των «καταδύσεων» στο Τροφώνιο Άνδρο. Μια υπόγεια ονειροπόληση. Αυτό προϋποθέτει μία «ψυχαγωγία» και μία «φωταγωγία». (Για τις δύο αυτές μυστικές καταστάσεις, βλέπε υπό έκδοση βιβλίο μου Ονειροπόλος, στο κεφαλαίο Καβάλα στον Άνεμο, απ' όπου και προέρχονται οι παρακάτω παράγραφοι}:


Ναι, μέσα μας έχουμε ένα ψιχίο του Σύμπαντος, ένα ψιχίο από το Όλον, ένα ψίχουλο. Αυτό είναι η ψυχή: ένα κομμάτι του σύμπαντος, όχι του υλικού σύμπαντος αλλά του πνευματικού, ένα ψίχουλο από την ψίχα (που είναι το εσωτερικό μέρος του ψωμιού, κρυμμένο μέσα από την κόρα του. Κι αυτό είναι ένα σπάνιο ψωμί του οποίου ο φούρναρης μας είναι άγνωστος). Αυτή είναι μία σπίθα, μιας φλόγας, που προέρχεται από τη μεγάλη φωτιά, που στέλνει το φως της παντού, διαφωτίζοντας τα πιο βαθιά σκοτάδια, κανόνισε μία φωτεινή διάνοιξη στο σκότος, ένα φως που μπαίνει μέσα στο σκοτεινό υπόγειο από τον φωταγωγό: μία φωταγωγία.


Λοιπόν, πλέον δεν υπάρχει λόγος να το κρατάμε μυστικό (αρκετά κρατήθηκε τόσο ζηλότυπα μέσα στους καιρούς}: η ονειροπόληση είναι ψυχαγωγία. Αυτό το διαφωτιστικό γεγονός μας αποκρύπτεται εξαιτίας του πέπλου που σκεπάζει την καθημερινή μας αντίληψη, και επιπλέον υπάρχουν άνθρωποι που νομίζουν ότι ψυχαγωγία σημαίνει απλά διασκέδαση, και άλλοι που με στόμφο λένε ότι σημαίνει την αγωγή της ψυχής (έχοντας κατά νου την αμφιλεγόμενη διαγωγή μας). Ψυχαγωγός είναι ο αγωγός μέσα στο μεταλλείο, στο υπόγειο και σκοτεινό εκείνο μέρος όπου εργάζονται οι μεταλλωρύχοι, ο αγωγός από τον οποίο εισχωρεί ο αέρας και φέρνει δροσιά και οξυγόνο για τους ανθρώπους εκεί κάτω. Ο αγωγός του ψύχους. Υπάρχουν μέρη και άνθρωποι εκεί κάτω, στο βαθύτερο σκοτάδι, που έχουν ψυχαγωγία.


Ψυχαγωγός είναι ο κρυφός αγωγός μέσα στη σπηλιά στην οποία είμαστε κλεισμένοι, φυλακισμένοι και ξεχασμένοι, από τον οποίο εισχωρεί ο άνεμος στη φυλακή μας και ανεμίζει την ψυχή μας. Καθόμαστε εκεί, μέσα στο σκοτάδι, στη δυσωδία, στη δύσπνοια και στην αφόρητη ζέστη, και ξαφνικά εισχωρεί από τον ψυχαγωγό ένας άνεμος από έξω, ένας άνεμος από αλλού, που φέρνει -μέσα από ένα άνοιγμα, άνοιξη- ευωδιές λουλουδιών, ανοιξιάτικη αύρα, δρόσο, αναπνοή, έμπνευση, ελπίδα ελευθερίας. Και από την ίδια δίοδο εισχωρεί το φως: η φωταγωγία.


Αν περιπλανιέσαι μέσα στο σκοτάδι και αναζητάς το φως, να θυμάσαι ότι η φωταγωγία δεν φαίνεται από μακριά στη σκοτεινιά, σε αντίθεση με αυτό που σου είπαν, πως αν υπάρχει φως στο βάθος του τούνελ θα το δεις. Πρέπει να ψυχανεμιστείς τον τόπο, να περιπλανηθείς μέχρι να νιώσεις ένα ρίγος, να αισθανθείς τη δροσιά, να ακολουθήσει το αιθέριο ίχνος της, κι έπειτα να βρεθείς εκεί που φυσάει ο άνεμος. Εκεί, αν αφήσεις την ψυχή σου να παρασυρθεί από τον άνεμο και περιέλθει σε κατάσταση ψυχαγωγίας, θα δεις τη φωταγωγία... Ο άνεμος είναι καλός αγωγός της ψυχής, αφού η ψυχή είναι η ανάσα μας και ο άνεμος είναι η ανάσα του κόσμου…


Ο Παυσανίας διηγείται τον τρόπο με τον οποίο ανακαλύφθηκε η τρύπα του Τροφώνιου Μαντείου. Ένα μεγάλο σμήνος από άγριες μέλισσες εμφανίστηκε στη Λιβαδειά, κάποιοι το ακολούθησαν ως την τεράστια κυψέλη του κάτω από τη γη, κι αυτό τους οδήγησε στην ανακάλυψη του Μαντείου (που σημαίνει ότι κάτι «έπαθαν» εκεί). Γι' αυτόν τον λόγο ο Τροφώνιος συχνά απεικονίζεται να κρατά μία κυψέλη μελισσών. Αυτή η διήγηση της ανακάλυψης μοιάζει αλληγορική, ο Παυσανίας μιλάει σε κώδικα το ίδιο και όλοι οι άλλοι που το διηγούνται αυτό ως δοξασία, αφού η «κυψέλη κάτω από τη γη» υπονοεί το υπόγειο δίκτυο στοών που κρύβεται στο Τροφώνιο. Οι μέλισσες, επίσης, ως σύμβολο συνδεόταν με τους Δελφούς, και το σμήνος που ακολουθείται ως το Μαντείο του Τροφώνιου υπονοεί την εντολή του Μαντείου των Δελφών για να ιδρυθεί ένας τόπος λατρείας του Τροφώνιου στη Λιβαδειά...


Ένας από τους πιο αινιγματικούς μυστικιστές του 13ου αιώνα, ο Michael Scott, έγραφε ότι το μέλι πλανάται στον αέρα και πέφτει από τον ουρανό στα λουλούδια, απ' όπου και το συλλέγουν οι μέλισσες. Μπορεί σε κάποιους η ιδέα αυτή να ακούγεται παράδοξη, μονάχα όμως επειδή δεν καταλαβαίνουν ότι είναι η δήλωση ενός ανθρώπου που έχει εντρυφήσει στις μυστικιστικές τέχνες. Ο Scott ήξερε ότι η μέλισσα είναι ένα αρχαιότατο σύμβολο για την ανθρώπινη ψυχή, ενώ το μέλι συμβόλιζε την ουσία εκείνη που είναι η τροφή της ψυχής. Κανόνισε αυτή τη δήλωση στα αινιγματικά γραπτά του, ο Scott έγραφε στη μυστικιστική γλώσσα των πουλιών. Οι ουρανοί δίνουν μυστικά τη γνώση σε αυτούς που την αναζητούν, «Ubi mel ibi apes» (Όπου υπάρχει μέλι, εκεί υπάρχουν και μέλισσες). Οι μέλισσες παίρνουν το μέλι από τα ρόδα και το συγκεντρώνουν στην κυψέλη, κι ή κυψέλη (από το κυώ /κύηση και ψάλλω) είναι το σύμβολο για το ανθρώπινο σώμα, στο οποίο ενοικεί η μέλισσα, η ψυχή. Το ρόδο είναι το σύμβολο του Μυστικού. Η λέξη Μυστικό σημαίνει την απόκρυφη πνευματική γνώση που προέρχεται από τους Μύστες.


“Dat rosa mel apibus”(Το Ρόδο δίνει στις μέλισσες το μέλι), μια παλιά ροδοσταυρική ρήση που στη μυστική γλώσσα σημαίνει: «Η πνευματική γνώση χαρίζει παρηγοριά στις ψυχές». (Αυτό το ροδοσταυρικό σύμβολο χρησιμοποιήθηκε πρώτα στο αλχημιστικό έργο Summum Bonum-Υπέρτατο Αγαθό- του Joachim Frizious, και ύστερα υιοθετήθηκε από τον Robert Fludd, γι' αυτό είναι γνωστό και ως το «Κλειδί του Fludd»). Η μέλισσα και το μέλι της, επίσης, χρησιμοποιούνται και ως κωδικές λέξεις για το μέλλον.


Κατά τη γνώμη μου, είναι φανερό ότι το Τροφώνιο Άνδρο ήταν μία κρύπτη Ψυχεδέλειας (η λέξη σημαίνει φανέρωση της ψυχής), κι εκείνοι που κατέβαιναν εκεί (δια της απαγωγής) έκαναν μία εξομοίωση της κατάβασης στον Άδη, περνούσαν από μυητικό θάνατο της προσωπικότητάς τους (την οποία δεν θυμόντουσαν όταν ανέρχονταν), ταξίδευαν στο εσωτερικό της γης ταξιδεύοντας στο εσωτερικό της ψυχής τους και βλέποντας «δι' εσόπτρου εν αινίγματι» την ψυχή τους να φανερώνεται θριαμβικά σε αυτούς με οράματα και διοράματα, στη φαντασμαγορία του γκροτέσκου περιβάλλοντος, συνομιλούσαν με τους Δαίμονες (με την αρχαία ελληνική σημασία του όρου), έπαιρναν χρησμούς, μιλούσαν με το μέλλον (έπαιρναν το μέλι από την κυψέλη του Τροφώνιου), εξιστορούσαν την περιπέτεια τους στους επόπτες ιερείς, εκείνοι κατέγραφαν τη διήγηση, είχαν λεπτομερές αρχείο με τις ψυχές όλων των επισκεπτών, μία υπόγεια ψυχολογία, έκαναν ένα είδος μυστικής ψυχανάλυσης.


Τα μυστικά γνωστικά αντικείμενα των αρχαίων ελληνικών τόπων, όπως αυτά που βρισκόντουσαν στο Τροφώνιο στη Λιβαδειά, χάθηκαν όχι επειδή ξεχάστηκαν ή καταστράφηκαν, αλλά επειδή τα μελέτησαν και τα έκλεψαν -ή έστω τα διέσωσαν μυστικά- ξένοι περιηγητές οι οποίοι ήταν μυημένοι σε μυστικές αδελφότητες της Ευρώπης, οι οποίοι ερχόντουσαν στην Ελλάδα για να ανακαλύψουν τις ρίζες των πραγμάτων που διδάσκονταν στις αδελφότητες τους. Στη Λιβαδειά υπάρχει ακόμη το ρολόι που δώρισε ο Βρετανός διαβόητος αρχαιοκάπηλος λόρδος Έλγκιν. Το δώρο αυτό δόθηκε στην πόλη για να καλοπιάσει τους Τούρκους αγάδες για της ανασκαφές που έκανε το 1803 στον χώρο του Τροφωνίου (και, όπως καταλαβαίνετε, έφυγε με πολύ περισσότερα πράγματα από τα «Ελγίνεια» του Παρθενώνα, αφού στο Τροφώνιο έκανε τόσες μελέτες και έρευνες όσες δεν έκανε πουθενά αλλού. Αλλά κανείς δεν συζητάει για όλα αυτά, κι ακόμη κι εγώ το αναφέρω εδώ εκ παραδρομής...)


Ή αρχετυπική εντύπωση ότι μια κατάβαση μέσα στη Γη είναι μια βουτιά στον κόσμο των ονείρων, αλλά και η ανησυχητική αίσθηση και ο αποπροσανατολισμός που οι περισσότεροι από εμάς νιώθουν στα σκοτεινά κλειστά μέρη, έχει εμπνεύσει πολλές δραματικές χρήσεις σπηλαίων και υπόγειων θαλάμων για πολλές χιλιάδες χρόνια. Όταν χρησιμοποιούνταν για θρησκευτικές τελετές και για συναντήσει μυστικών αδελφοτήτων, οι υπόγειοι ναοί και στοές υπενθύμιζαν στους μυημένους την ανάγκη για μυστικότητα. Επίσης, μετέφεραν ένα ισχυρό συναίσθημα της στενής σύνδεσης μεταξύ θανάτου και γέννησης, (Η παλιά πεποίθηση πολλών αιρετικών ότι τίποτε απ' όσα μπορούν να γίνουν σε υπόγεια μέρη δεν ήταν αμαρτία και ότι κάτω από τη γη κανένας νόμος δεν ισχύει, οδήγησε πολλές μυστικές αδελφότητες σε οργιαστικές δραστηριότητες σε υπόγεια μυστηριακά μέρη που ήταν, γνωστά από την αρχαιότητα και λίγοι γνώριζαν που βρίσκονταν. Για παράδειγμα, ο χρονικογράφος Καισάριος αναφέρει «για αιρετικούς στη Βερόνα, γύρω στα 1175, οι οποίοι συγκεντρώνονταν σε μια τεράστια υποχθόνια αίθουσα, παρακολουθούσαν μια βλάσφημη τελετή, έσβηναν όλα τα κεριά και έκαναν όργια σε απόλυτο σκοτάδι, χωρίς να βλέπουν ποιον έχουν κοντά τους. Έλεγαν ότι έτσι γνώριζαν τον αληθινό τους εαυτό, ενώ κανείς άλλος δεν μπορούσε να τους δει…»)


Αλλά τα πιο δραματικά τελετουργικά ταξίδια στον αρχετυπικό κόσμο της γέννησης και του θανάτου, πολύ μακριά από τον επιφανειακό κόσμο του συνειδητού και της λογικής, γίνονταν από τα μυστικά θρησκευτικά τάγματα πολλών πολιτισμών, με τις τελετές μύησής τους, η του «μικρού θανάτου», η της «δεύτερης γέννησης». Αυτές οι τελετές ήταν πολύ εντυπωσιακές, τρομαχτικές, συχνά βίαιες, σαν ένα «shock treatment», όπως λέει ο Joseph Cambell για τις παλαιολιθικές τελετές του 30.000-10.000 π.Χ. Αυτές οι τελετουργίες «μεταμόρφωναν μωρά σε άντρες, ικανούς κυνηγούς, γενναίους υπερασπιστές της φυλής…» Εκεί, μόνο όταν ο έφηβος περνούσε με επιτυχία από δύσκολες τελετουργικές δοκιμασίες, μπορούσε να γίνει άντρας, και να του εμπιστευθούν τα μεγαλύτερα μυστικά της φυλής. Για να γίνει ενήλικος το παιδί έπρεπε να ξαναγεννηθεί, και σε πολλές κοινωνίες αυτή ή μυητική αναγέννηση η σε υπόγεια Άνδρα, σε στενά σκοτεινά μέρη που θύμιζαν ταυτόχρονα τον τάφο και τη μήτρα. (Μυστικιστικά, ο αμύητος συμβολίζεται με το «μωρό», ο μυούμενος με το «παιδί», ο νεόφυτος με τον «νεαρό» και ο μυημένος με τον «ενήλικο»). Ο Joseph Cambell περιγράφει τις παλαιολιθικές και νεολιθικές τελετουργικές σπηλιές και στοές της νότιας Γαλλίας και της βόρειας Ισπανίας, σαν μέρη αληθινά τρομερά και πλημμυρισμένα από το δέος του Άγνώστου:


«Μια τρομακτική αίσθηση κλειστοφοβίας, αλλά ταυτόχρονα και μια αίσθηση λύτρωσης από κάθε στοιχείο του επάνω κόσμου, επιτίθεται στο μυαλό που ήταν έγκλειστο σ’ αυτές τις κατασκότεινες αβύσσους, όπου το σκοτάδι δεν είναι απλώς μία απουσία φωτός, αλλά μία χθόνια δύναμη που μπορείς να τη βιώσεις βαθιά μέσα σου. Έπειτα ερχόταν το αναπάντεχο φως. Κατά τη διάρκεια των τελετών, όλα γινόντουσαν για να εμπνεύσουν στο νεαρό μια πνευματική αναγέννηση, τον σκότωναν συμβολικά με το ενεργοποιούν το φόβο της παιδικής ηλικίας για το σκοτάδι. Το σκοτάδι που επιφέρει την τυφλότητα που είναι το σύμβολο της άγνοιας, είναι το πεδίο του Αγνώστου, και το φως στο σκοτάδι είναι ή γνώση που έρχεται να φωτίσει το Άγνωστο…»


Τα μυστηριακά υπόγεια μέρη λειτουργούσαν ως αναπαραστάσεις του Άδη(όπως συνέβαινε στο τρομερό υπόγειο δίκτυο στοών και σπηλαίων στο νεκρομαντείο της Βιαία στην Ιταλία, όπου οι ιερείς είχαν στήσει μία ολόκληρη γεωγραφική αναπαράσταση του Άδη), το ταξίδι της μύησης σε αυτά, νοούνταν ως ένα ταξίδι πέρα από τον θάνατο. Ή γνώση του μέλλοντος είτε δινόταν από ιερείς που έπαιζαν τον ρόλο των θείων δαιμόνων, των πνευματικών μεσολαβητών ανάμεσα στους ανθρώπους και τους Θεούς, είτε δινόταν από αληθινούς δαίμονες που έμοιαζαν σαν άστρα μέσα σε μια υπόγεια νύχτα, στον ουρανό της Αβύσσου, όπως διηγείται και ο Τίμαρχος…


Εξέρχομαι τώρα από αυτό το σκοτεινό και μυστηριώδες άρθρο, διαβάζοντας την τελευταία στροφή της «Κόλασης» στη «Θεία Κωμωδία» του Δάντη(Dante):


«Ο οδηγός μου και εγώ, στον κρύφιο τούτο δρόμο μπήκαμε για να βρούμε του φωτός τον κόσμο, και δίχως να ζητούμε ανάπαυση καμιά, ανεβήκαμε πρώτος αυτός και εγώ ξωπίσω του, μέχρι που είδα εγώ τα πράγματα τα ωραία που’ χει ο ουρανός, από ένα στρόγγυλο φωταγωγό, κι εβγήκαμε απ’ αυτόν να ξαναδούμε τ’ άστρα…!






Συγγραφέας: ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΓΙΑΝΝΟΥΛΑΚΗΣ
περιοδικό STRANGΕ
 
http://www.facebook.com/home.php?#/group.php?v=info&gid=69648321803

Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2009

Αρχαίος Δίολκος - Ένα μνημείο σε απόγνωση.

Ήταν γύρω στο 600 π.Χ., όταν ο Περίανδρος, τύραννος της Κορίνθου, κατασκεύασε τον Δίολκο. Ο πλακόστρωτος δρόμος επέτρεπε στα πλοία να μεταφέρονται ανάμεσα στον Κορινθιακό και τον Σαρωνικό, και στους Κορίνθιους να αποκτούν χρήμα και ισχύ από τη διίσθμιση. Όμως η σύγχρονη ιστορία του Δίολκου αγγίζει το απίστευτο...




Το αρχικό του τμήμα στην Ποσειδωνία, ήταν ένας πανέμορφος χερσαίος διάδρομος όταν ήρθε ξανά στο φως με τις ανασκαφές του αρχαιολόγου Νίκου Βερδελή, στα τέλη της δεκαετίας του ’50. Σήμερα, ούτε μισό αιώνα αργότερα, έχει μετατραπεί σε ένα ενάλιο ερείπιο που φυλλορροεί.


Η σύγχρονη ιστορία του Δίολκου αγγίζει το απίστευτο. Το μνημείο δεν διαφυλάχθηκε ποτέ από τη βίαιη καταπόνηση που αντιπροσωπεύει σχεδόν κάθε διέλευση πλοίου ή ταχύπλοου από τη Διώρυγα…


Σήμερα, η διάβρωση έχει περάσει σαν λαίλαπα πάνω από ένα μεγάλο τμήμα του μνημείου. Οι κυματισμοί και τα απόνερα των πλοίων εξακολουθούν να ταλαιπωρούν βάναυσα το ήδη βυθισμένο και να διαβρώνουν το «υγιές» τμήμα του μνημείου.



Σαν αντίδοτο στην εγκατάλειψη, μια διεθνής έκκληση για τη διάσωση και αναστήλωση του Δίολκου έχει ήδη βρει υποστηρικτές από 52 διαφορετικές χώρες του κόσμου.
Μπορείτε να υπογράψετε στο http://www.thepetitionsite.com/takeaction/870477005
Γνωριμία με το μνημείο


Οι υπάρχουσες αναφορές για υπερισθμίσεις, ξεκινούν από το 428 π.Χ., όπου ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι οι Σπαρτιάτες πέρασαν στόλο από τον Κορινθιακό «ες την προς Αθήναις θάλασσα». Φαίνεται ότι οι αρχαίοι συγγραφείς θεωρούσαν δεδομένη την ύπαρξη του Δίολκου. Τουλάχιστον σε όσα κείμενα έχουν σωθεί, δεν δίνουν πληροφορίες για τον τρόπο κατασκευής ή τη λειτουργία του.


Οι ανασκαφές, μεταξύ 1956 και 1962 από τον αρχαιολόγο Νίκο Βερδελή, έφεραν στο φως έναν λιθόστρωτο δρόμο με πλάτος από 3,5 έως σχεδόν 6 μέτρα. Η ακριβής διαδρομή και η αφετηρία του μνημείου στον Σαρωνικό δεν είναι γνωστές. Ο Στράβων αναφέρει ότι κατέληγε στον Σχοινούντα (το σημερινό Καλαμάκι).


Στη διαπιστωμένη διαδρομή του, κοντά στον Κορινθιακό, ο Δίολκος προχωρούσε με μεγαλόπρεπες στροφές ακολουθώντας τη διαμόρφωση του εδάφους – γι’ αυτό και έχουν βρεθεί τμήματά του τόσο στην Πελοπόννησο όσο και στη Στερεά. Ιδίως στην Στερεά, είναι έντονες οι αυλακώσεις από τις ρόδες των «ολκών», των οχημάτων πάνω στα οποία μεταφέρονταν τα πλοία. Υπάρχει και ένα τμήμα με λαξευμένες τροχιές. Ο Δίολκος αποτελεί έναν πρόδρομο του σιδηρόδρομου, ίσως τον αρχαιότερο γνωστό τροχιόδρομο του κόσμου.


Το μεγάλο αυτό έργο κατασκευάστηκε από τον Περίανδρο και ένωνε το ανατολικό λιμάνι

των Κεχριών του Σαρωνικού κόλπου, με το δυτικό λιμάνι Λεχαίου του Κορινθιακού κόλπου.
Η φωτογραφία δείχνει ένα μικρό μέρος του πλακοστρωμένου δρόμου, όπου τα πλοία διέλκονταν επάνω σε τροχοφόρο όχημα, το όνομα του οποίου ήταν "ολκός νεών".
Το πλάτος της διόλκου κυμαίνονταν από τρία έως πέντε μέτρα.





Η κυρίως πορεία του Δίολκου είχε από την αρχαιότητα δεχθεί μία προσθήκη ενός ορθογώνιου δαπέδου, με τοιχία στις τρεις πλευρές του. Δοκιμαστικές τομές έδειξαν, όπως αναφέρει ο Νίκος Βερδελής, ότι η παλαιότερη πορεία του Δίολκου συνέχιζε κάτω από τη δομή αυτή.

Τα εγχάρακτα γράμματα του παλαιού κορινθιακού αλφαβήτου που βρίσκονται χαραγμένα σε αρκετούς κυβόλιθους, απαντώνται συχνότερα στα αρχικά μέτρα του μνημείου.

Δείτε σχετικό βίντεο εδώ.

Πηγές :

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2009

Η ελληνική καταγωγή των Αραουκανών της Χιλής.

Του ΛΟΝΚΟ ΚΙΛΑΠΑΝ


Οι δύο αετοί του Διός / Ζηνός (Ζεν - Ζεν στα Αραουκανικά), ιστάμενοι εκατέρωθεν του Ομφαλού -κεντρικού σημείου της Γήινης Σφαίρας, ενσαρκωτές της Ελληνικής Διασποράς ανά τον Πλανήτη Γή και ακατάλυτοι φύλακες της Μυστικής (Α)Δελφικής Ενότητος του Ελληνισμού...









Η δημιουργία για τους Αραουκανούς                



Ο καλύτερος τρόπος να αρχίσουμε αυτό το άρθρο είναι να “ανοιχτούμε” σε ένα άλλο πεδίο, ένα πεδίο καθαρής ποίησης. Ας πετάξουμε για λίγο με τα φτερά του αραουκανικού Μύθου της Δημιουργίας:
“Ο Ζεν-Ζεν δημιούργησε τον Ουέντρου (Άντρα) και τον τοποθέτησε, σε μια κοιλάδα στην οροσειρά των Άνδεων. Επειδή όμως αυτός αισθανόταν μόνος, η θεά Γαία επεσήμανε στον Ζεν-Ζεν την ανάγκη μιας συντρόφου για τον Ουέντρου.


Έτσι ο Ζεν-Ζεν δημιούργησε την Κούρρε (Κούρη) και την τοποθέτησε σε μια άλλη πολύ μακρινή κοιλάδα, δίνοντάς της την εντολή “Αναζήτησε τον Ουέντρου”.


Εκείνη άρχισε την αναζήτησή της, βαδίζοντας μέσα από λόφους, βουνά, χαράδρες και δύσβατα μονοπάτια, ώσπου τα σκληρά χαλίκια πλήγωσαν τα πόδια της, Μόλις η Γαία το αντιλήφθηκε αυτό, ζήτησε από τον Ζεν-Ζεν να καλύψει τα χαλίκια με ένα στρώμα, και τότε εκείνος δημιούργησε τη χλόη.


Η γυναίκα μπορούσε τώρα να τρέχει πάνω σε ένα απαλό χαλί, αλλά οι πληγές της δεν καλυτέρευαν, και ο θεός με την παράκληση της Γαίας έδωσε σε κάθε χόρτο κι από μια θεραπευτική δύναμη.


Τα πόδια της, τώρα, γιατρεύτηκαν κι απόκτησαν μεγαλύτερη γρηγοράδα· όμως ο ήλιος έκαιγε το δέρμα της. Η επί πάντων αγρυπνούσα Γαία παρενέβη και πάλι και ο Ζεν-Ζεν δημιούργησε μια σκεπή, τα δέντρα, κι έτσι τώρα η Κούρρε μπορούσε να τρέχει άνετα μέσα στο δάσος.


Σύντομα, τα φυτά και τα δέντρα άνθισαν, πλημμυρίζοντας, τον κόσμο με το άρωμα και τα χρώματά τους. Η Κούρρε μάζευε το άνθη των φυτών και τα πετούσε προς τα πάνω· τα πέταλα ριγούσαν, ζωντάνευαν και μετατρέπονταν σε φτερά, κι ύστερα πετούσαν ελεύθερα, έχοντας γίνει πεταλούδες, μέλισσες, και μια ατέλειωτη ποικιλία πουλιών...


Το ουράνιο τόξο εμφανίστηκε στον ουρανό, έχοντας μαζέψει όλα τα χρώματα των ανθέων και καθοδηγούσε την Κούρη στην αναζήτησή της... Ώσπου μια μέρα άκουσε μια μυστηριακή μουσική, απαλή σαν τα ροδοπέταλα της αυγής...


Πλησίασε, χωρίς να κάνει τον παραμικρό θόρυβο, για να μην χάσει ούτε μια νότα, κι εκεί σε ένα άνοιγμα, κάτω από μερικά ρωμαλέα δέντρα Κογιάν, γεμάτα από άνθη, δίπλα σε ένα ποτάμι που κυλούσε τα διάφανα νερά του... βρισκόταν ο Ουέντρου, που συνέθετε μουσική με το όργανο Τρμπ... Τότε η Κούρρε κατάλαβε τι ήθελε να πει η μουσική και γνώρισε τι θα πει αγάπη...”


Τι να πρωτοθαυμάσει κανείς! Την καθαρότητα της αντίληψης; Την άγρυπνη παρουσία της Γαίας-Μητέρας Φύσης στην προώθηση της δημιουργικής διαδικασίας; Τον απόλυτο σεβασμό στη γυναίκα ως φορέα και συνδημιουργό της ζωής; Την αγαστή συνεργασία μεταξύ Ουρανού και Γης; Τον ρόλο της μουσικής στη σχέση Άντρα -Γυναίκας και το ότι η Γυναίκα αναζητάει τον Άντρα;


Παρατηρήστε ότι εδώ δεν υπάρχουν τραύματα, ανυπακοές, προδοσίες, προπατορικά αμαρτήματα και τιμωρίες. Η αγάπη του θεού Ζεν (λέξη επαναλαμβανόμενη στα Αραουκανικά δηλώνει υπερθετικό βαθμό: Ζεν-Ζεν -ο Υπέρτατος Θεός της Ζωής, ο Ζών, ο Ζεύς) κυλάει πατρικά προς τα παιδιά του και τα δώρα φθάνουν στη Γη μέσω της γυναίκας, γι΄ αυτό και της αξίζει κάθε σεβασμός...


Ο μύθος αυτός πέρα από την ομορφιά του κωδικοποιεί ταυτοχρόνως πολλά σημαντικά πράγματα. Αρκεί να επισημάνουμε ότι το ελληνικότατο όνομα Κούρρε (Κούρη) που αποδίδουν οι Αραουκανοί στην πρώτη γυναίκα, κωδικοποιεί τον τρόπο “δημιουργίας” της: Κούρρε σημαίνει η αποκοπείσα (από το αρχαίο ρήμα κείρω = κόπτω)· αποκοπείσα ασφαλώς από τον Άντρα ολόκληρο - κι όχι από ένα μόνο πλευρό του! Η θεϊκή παρέμβαση (Ζεν) μετά από υπόδειξη των αναγκών τής εξελικτικής διαδικασίας (Γαίας) “διακόπτει” τη μοναξιά της μονάδος και δημιουργείται η δυάδα για να κινηθεί η διαδικασία της ζωής. Η Γυναίκα αναζητάει τον Άντρα για να γνωρίσει την αιτία της δημιουργίας της και ο Άντρας συντηρεί την αναζήτηση της, εργαζόμενος με τη μουσική...




Ποιοί είναι οι Αραουκανοί


Οι Αραουκανοί είναι μία μυστηριώδης φυλή της Νοτίου Αμερικής. Έχει προκαλέσει τον παγκόσμιο θαυμασμό για τις αρετές της και ιδίως για την ακατάβλητη μαχητικότητά της μέσα στην πρόσφατη ιστορία, αφού αντιστάθηκε με επιτυχία επί τρεισήμισυ αιώνες και ποτέ δεν κατακτήθηκε από τους Ισπανούς, ούτε με τα όπλα ούτε μέσω της θρησκείας... Το εκπληκτικό γι' αυτούς, είναι ότι προέβαλαν σθεναρή και οργανωμένη αντίσταση απέναντι στην υπερδύναμη της εποχής, τους Ισπανούς που με την υπεροπλία που διέθεταν εκείνη την εποχή έδειχναν “σαν να θέλουν να κατακτήσουν ακόμη και το άστρα”, όπως σχεδόν προφητικά επεσήμανε σε λόγο του ο αρχηγός των Αραουκανών Αντουπιγιάν (Antupillan) εν έτει 1593 μ.χ. μπροστά στον Κυβερνήτη Μαρτίν Ονιέθ ντε Λογιόλα, λόγος ο οποίος και διασώζεται από ισπανούς χρονογράφους.


Ολόκληρο το κείμενο του εκπληκτικού λόγου που εκφώνησε ο Αντουπιγιάν, εκπροσωπώντας το έθνος του, κατά την υπογραφή μιας από τις πολλές συνθήκες που έγιναν με του Ισπανούς, βρίσκεται στο βιβλίο “Η Ελληνική Καταγωγή των Αραουκανών της Χιλής” σελ. 33-36, Εκδόσεις Ηλιοδρόμιον, Αθήνα 1997, 2η έκδοση (βλ. ήδη 3η έκδοση, βελτιωμένη και επηυξημένη, Αθήνα 2003).


Η κοιτίδα των Αραουκανών, η περιοχή της Αραουκανίας, βρίσκεται στη σημερινή κεντρονότιο Χιλή, μεταξύ των ποταμών Βίο-Βίο και Τολτέν, που σύμφωνα με τις αραουκανικές παραδόσεις αποτελεί “την καρδιά της Χιλής”.


Από πού αντλούσαν τη δύναμή τους, ποιά ήταν η καταγωγή και η κοσμοαντίληψη των αξιοθαύμαστων αυτών ανθρώπων;


Μέχρι πρόσφατα είχαν διατυπωθεί μόνο θεωρίες, πολλές από τις οποίες πλησίασαν και ορισμένες μάλιστα άγγιξαν την αλήθεια. Oι άνθρωποι αυτοί ανήκουν στη λευκή φυλή, έχουν ευρωπαϊκή καταγωγή, έφτασαν στη Χιλή από τα δυτικά, κλπ.


Η προέλευσή τους


Σύμφωνα με τις αποκαλύψεις του Λόνκο Κιλαπάν, που είναι ο Επεουτούβε τής φυλής (Επεοτύπης, Επεοταγός = επίσημος ιστορικός των Αραουκανών, αφηγητής των επών -έπεου) γύρω στο 600 με 800 π.χ. ξεκίνησε μια αποστολή αποίκισης από την Ελλάδα, συγκεκριμένα από την Σπάρτη, και περνώντας από την Μικρά Ασία ακολούθησε τον παραδοσιακό δρόμο προς την Άπω Ανατολή, περνώντας βορειο-ανατολικά της Ινδίας, έφτασε στην περιοχή του Λάος -που προέρχεται από το ελληνικό “λαός”. Στη συνέχεια κατέβηκαν προς την Χερσόνησο της Μαλαισίας -που στον χάρτη του Πτολεμαίου ονομάζεται απλώς Χερσόνησος- και από κει πέρασαν στον Ειρηνικό Ωκεανό, που οι Έλληνες ονόμαζαν απλώς Ωκεανό, ως τον κατ' εξοχήν Ωκεανό της Γης.




Χρησιμοποιώντας ως γέφυρα τα νησιωτικά συμπλέγματα της Ινδονησίας, Μικρονησίας, Μελανησίας και Πολυνησίας, έφθασαν τελικά ώς τα νησιά Γαλάπαγος (Galapagos, σύνθετη λέξη εκ των γάλα καί πάγος, που θα πει λευκοί βράχοι), και από εκεί πέρασαν στη αμερικανική ΄Ηπειρο (Περού). Όλα τα παραπάνω νησιωτικά συμπλέγματα φέρουν σύνθετα ελληνικά ονόματα: “Ινδο-νησία”, “Μικρο-νησία”, “Μελα-νησία”, “Πολυ-νησία”... Όλα έχουν ως δεύτερο συνθετικό την λέξη -νησία, δηλαδή, “σύνολο νησιών”, “νησιωτικό σύμπλεγμα”, ενώ το πρώτο συνθετικό είναι δηλωτικό κυρίας ιδιότητος των νήσων αυτών ή των κατοίκων τους. Τα ονόματα αυτά δεν τους τα έδωσαν οι δυτικοί θαλασσοπόροι αλλά τα είχαν από πριν.




Οι Σπαρτιάτες, αναζητώντας κατάλληλο μέρος για εγκατάσταση της νέας αποικίας, οδηγήθηκαν τελικά σε ανάλογο γεωγραφικό πλάτος με αυτό της Ελλάδος, μεταξύ του 36ου και 40ου παραλλήλου, νοτίως του Ισημερινού. Εκεί θεμελίωσαν την καινούργια πολιτεία - κράτος και έδωσαν στην περιοχή το όνομα Φυλή, από παραφθορά του οποίου προέκυψε η σημερινή ονομασία της χώρας Χιλή (Chile). Πράγματι, η ονομασία Φυλή υπήρχε ως τοπωνύμιο και στον ελλαδικό χώρο και είχε (εκτός της πρώτης σημασίας, από το ρήμα “φύω”) και μια δεύτερη σημασία αυτήν της φύλαξης, του φυλακίου (από το ρήμα “φυλάσσω”).




Ο ρόλος του Μαντείου των Δελφών


Όμως, τί πήγαν να “φυλάξουν” οι Σπαρτιάτες άποικοι -και πράγματι διαφύλαξαν με ακατάβλητο σθένος- στην άλλη άκρη της Γης; Γιατί το Μαντείο των Δελφών απέστειλε εκεί μία ελληνική αποικία και μάλιστα δωρική, δηλ. μια αποικία πολεμιστών; Ο Λόνκο Κιλαπάν κάνει λόγο για αντίποδες... του νοτίου ημισφαιρίου, ενώ αξιόλογοι ερευνητές στην Ελλάδα (Ταξιάρχης Τσιόγκας, Ευάγγελος Δρούγκας, κ.ά. ) έχουν επισημάνει ότι: Οι Έλληνες εκτός τής Ελλάδος είχαν επιλέξει ως δεύτερο σημείο ελέγχου της χθονίου σφαίρας (Γης) την Κολχίδα, δηλ. το Περού ή άλλως Χώρα των (Υ)περβορείων... (ή Υπερ-νοτίων, αν προτιμάτε).


Είναι γνωστό ότι, κατά τους χρόνους εκείνους, καμμία αποικιστική αποστολή δεν ξεκινούσε αν δεν είχε πρώτα την έγκριση και την υπόδειξη του Μαντείου για τον τόπο προορισμού, αλλά και για την διαδρομή που θα ακολουθούσε. Έτσι, το Μαντείο των Δελφών είχε μετατραπεί σε ένα είδος “Γραφείου Αποικιακής Έρευνας” όλης της Υδρογείου, γι' αυτό και όφειλε να έχει αρχειοθετημένες γεωγραφικές γνώσεις όλου του τότε γνωστού κόσμου. Ο τότε “γνωστός κόσμος” για τους πανεπιστήμονες ιερείς του Μαντείου φαίνεται ότι ήταν κατά πολύ ευρύτερος απ' όσο σήμερα νομίζουμε... Το Μαντείο όφειλε να έχει στα αρχεία του στοιχεία για τις ακτές της Νότιας Αμερικής, από τη στιγμή που εξουσιοδότησε μια σπαρτιατική αποικία να εγκατασταθεί εκεί. “Εν τη πολυσχιδεί πολιτική δράσει του Μαντείου των Δελφών εν των μεγαλειωδεστάτων αυτού μεγαλουργημάτων ήτο και το του απέραντου ελληνικού αποικισμού, όστις διήρκεσε τρεις κυρίως αιώνας, από του 8ο - 6ο αι. π.Χ.”, γράφει ο Δημήτριος Γουδής στο θαυμάσιο σύγγραμμά του "Το Μαντείον των Δελφών" (Αθήνα 1937, επανέκδοση από τις Εκδόσεις Δημιουργία, Αθήνα 1997) και συνεχίζει: “Διότι το Δελφικόν ιερατείον είχε τας ευρυτέρας και ακριβέστερας γεωγραφικάς γνώσεις και περί αυτών των μεμακρυσμένων χωρών και τηρούν αρραγή τον σύνδεσμον προς πάσαν εκάστοτε ιδρυόμενη αποικίαν κατέγραφε πάσας τας γεωγραφικάς πληροφορίας, ας ελάμβανεν εκείθεν και είχε καθολικήν και περιληπτικήν γνώσιν πλείστων χωρών. Όθεν ουδείς άλλος ηδύνατο να παρέχη εις τους ερωτώντας περί αυτών ασφαλεστέρας πληροφορίας ή το πολυθάμιστον εκείνο κέντρον, ο τόπος διαρκούς συγκεντρώσεως ανθρώπων από πάσης της γης γωνίας.. Οι πολυπράγμονες του μαντείου ιερείς συνέλεγον επιμελώς και κατέγραφον πάσας ταύτας τας πληροφορίας, ήσαν παγκόσμιον γεωγραφικών γνώσεων ταμείον...”


0 αρχηγός στην Χιλή διατηρούσε, από παλιά το όνομα Άπο, αφού η εξουσία του προερχόταν ακριβώς από τον Απόλλωνα, αποκαλύπτει ο Λ. Κιλαπάν. Οι Αραουκάνοι, ως λακωνίζοντες, είχαν τη συνήθεια να συντέμνουν τα ονόματα· έτσι το Από-λλων γίνεται Άπο, το Προμηθεύς γίνεται Προμ, το Λυκούργος γίνεται Κούργο. κτλ. Μάλιστα το όνομα Άπο ταυτίστηκε ευρύτερα με την έννοια του “κύριος, αρχηγός, επικεφαλής” στην αραουκανική γλώσσα, πράγμα το οποίο συμφωνεί απόλυτα με την προσωνυμία “Αρχαγέτας ή Αρχηγέτης” που έφερε ο Θεός στις Ελληνικές αποικίες... Έξαλλου, ο Απόλλων εθεωρείτο κατ΄ εξοχήν ιδρυτής πόλεων και λέγεται ότι αυτός ήταν που θεμελίωσε και την πολιτεία τής Σπάρτης. Τα συνηθέστερα δε ονόματα των αποικιών ήταν επωνυμίες του θεού, όπως: Απολλωνία, Πυθόπολις, Φοίβη, Φοιβία... Στην αρχαιότητα αναφέρονται και είναι γνωστές τουλάχιστον είκοσι τέσσερις αποικίες με το όνομα Απολλωνία. Το Μαντείο των Δελφών επιτέλεσε πράγματι έναν άγνωστο “μεγαλουργόν άθλον”, κατά τα λεγόμενα του Δ. Γουδή, που όμοιό του δεν συναντάμε στην παγκόσμιο ιστορία... Βάσει ποίου μεγαλοφυούς σχεδίου διέσπειρε τις ελληνικές αποικίες ανά την Υφήλιο, σε προεπιλεγμένα νευραλγικά σημεία, δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε... Εκείνο όμως που γνωρίζουμε είναι ότι οι Αραουκάνοι “φύλαξαν” καλά τα μυστικά τους για πάνω οπό 2.000 χρόνια... Είναι σαν μια χρονοκάψουλα που άνοιξε εν καιρώ...




Το Αραουκανικό Ημερολόγιο


Σύμφωνα με το αραουκανικό ημερολόγιο βρισκόμαστε ήδη στο έτος 2801... Η χρονολόγηση αυτή συμπίπτει σχεδόν με το ολυμπιακό ημερολόγιο· ολυμπιακό, εφόσον λαμβάνεται ως συμβατική αρχή μέτρησης η θεωρούμενη ως πρώτη ολυμπιάδα, που έγινε το 776 π.χ., που προσεγγίζει το έτος 800 π.χ. του αραουκανικού ημερολογίου..






Το Κράτος τους


Το κράτος που ίδρυσαν ανταποκρινόταν στα Ελληνικά πρότυπα, τόσο γεωγραφικά όσο και πολιτικά. Με τη Χιλή στο κέντρο, βόρεια είχαν τους Πικούντσες (pikun = βορράς), νότια τους Ουιλλίτσες (willi = Νότος), ενώ από την πλευρά των Άνδεων τους Πεουέλτσες (puel = Ανατολή). Αυτοί οι σύμμαχοι λαοί είχαν τους ίδιους θεούς, την ίδια γλώσσα, τους ίδιους νόμους, χρησιμοποιούσαν τα ίδια όπλα, ντύνονταν το ίδιο, αλλά είχαν δική τους ανεξάρτητη διοίκηση και μόνο σε περίπτωση πολέμου ενώνονταν κάτω από έναν κοινό αρχηγό.


Οι Σπαρτιάτες άποικοι έφεραν μαζί τους τη νομοθεσία του Λυκούργου, την οποία εφάρμοσαν στις πόλεις τους. Με τον καιρό, πήρε το όνομα “Αντμαπού” (Admapu) που θα μπορούσε να αποδοθεί ως: ο “νόμος των προγόνων”, το “πάτριον ήθος”. Έφεραν τους ίδιους θεούς και διατήρησαν τις ίδιες παραδόσεις.


Χαρακτηριστικά αναφέρουμε: τα μαντεία, όπου ιερουργούσε η Μάτσι (Machi =Μάντις), με καθήκοντα ιέρειας ανάλογα με αυτά της Πυθίας, το ίδιο ιερό δέντρο, τα ίδια όπλα και την ίδια εκπαίδευση όπως στην Ελλάδα, τον μύθο της Σειρήνας, και την ίδια γαμήλια τελετή που ήταν τελετή αρπαγής της νύφης, κατά το πρότυπο της Μυθολογίας... Με τον καιρό, ο πληθυσμός τους σταθεροποιήθηκε στις 36.000 ψυχές και ήταν κατανεμημένος σε εννέα κύριες πόλεις των 40.000 κατοίκων η καθεμιά. Ο τέλειος αυτός αριθμός αποσκοπούσε σε μια τέλεια οργάνωση στηριζόμενη στον ελληνικό πολιτειακό “κανόνα” -τον οποίο αναφέρει αργότερα και ο Αριστοτέλης- ότι δηλαδή, μια πόλη δεν θα πρέπει να υπερβαίνει ούτε να υπολείπεται των 40.000 κατοίκων διότι στην πρώτη περίπτωση θα είναι εκτός ελέγχου (υπερβολή), ενώ στην δεύτερη περίπτωση δεν θα είναι καν πόλη (έλλειψη). Σε μια πιο απλή γλώσσα, περισσότεροι θα προκαλούσαν έλλειψη τροφής και στέγης για τους υπόλοιπους· λιγότεροι θα ήταν ευάλωτοι σε ενδεχόμενη εξωτερική επίθεση.


Οι Αραουκανοί είχαν λύσει αυτό το πρόβλημα, με τον ίδιο τρόπο που το είχαν λύσει οι Σπαρτιάτες: ασκούσαν έλεγχο γεννήσεων, εξάλειφαν τους εκ γενετής ελαττωματικούς, προκαλούσαν στείρωση με ειδικά βότανα σε ορισμένες γυναίκες που δεν έπρεπε να τεκνοποιήσουν, και είχαν θεσμοθετήσει την πολυγαμία, έτσι, η φυλή άγγιξε και υλοποίησε συστηματικά ανώτερα πρότυπα ομορφιάς, ψυχοσωματικής υγείας και ακεραιότητας, δηλαδή, ανέπτυξε στο έπακρο όλες εκείνες τις ιδιότητες που χαρακτηρίζουν τον άνθρωπο-πολεμιστή.




Το Αριθμητικό τους Σύστημα


Το αριθμητικό σύστημα των Αραουκανών είναι αντιγραφή - μεταφορά του δεκαδικού συστήματος των Ελλήνων, αν και δεν έχουν διατηρηθεί οι ονομασίες των αριθμών, εκτός από αυτή που αποτελεί και την βάση του συστήματος: το δέκα. Τα χέρια υπαγόρευαν τον αριθμό δέκα, αφού δέκα είναι τα δάχτυλα· από εδώ προέρχεται και το όνομα του συστήματος δεκα-δικό. Στην Αραουκανική Γλώσσα το δέκα λέγεται μάρε (mare) και “μάρη” στα αρχαία ελληνικά σημαίνει χέρι. Στα ελληνικά χρησιμοποιούμε και σήμερα τη σύνθετη λέξη ευ-μάρεια (ευ+μάρη) που σημαίνει ευ-χέρεια, κυρίως οικονομική.


Η τέχνη της μέτρησης έχει τρία στάδια: στο πρώτο μετράει κανείς με αντικείμενα και οριοθετήσεις· στο δεύτερο στάδιο οι αριθμοί έχουν δικά τους ονόματα και πολύπλοκα συστήματα αρίθμησης· στο τρίτο στάδιο εμφανίζεται ένα λογικό σύστημα αρίθμησης με γραπτά σύμβολα, το οποίο χρησιμοποιούν οι πολιτισμένοι λαοί. Μέσα από τα αραουκανικά αριθμητικά είναι σημαντικό να παρατηρήσουμε την λογική που τα διέπει, για ν΄ αντιληφθούμε και τις πολιτισμικές τους βάσεις, αφού ο αριθμός ως “σοφώτατον των όντων”, κατά τον Πυθαγόρα, είναι απόδειξη πολιτισμού.




Η Προμ-ηθεϊκή Σημειογραφία


Φαντασθήτε να σας χαρίσουν ένα πολύχρωμο υφαντό... κι εσείς να στολίσετε με αυτό το σπίτι σας, χωρίς ποτέ να υποψιαστείτε ότι πιθανόν εκεί να “κρύβονται” κωδικοποιημένες γνώσεις, που ενδεχομένως θα άλλαζαν τη ζωή σας, ή τουλάχιστον τις αντιλήψεις σας για την ζωή... Κάπως έτσι έχουν το πράγματα με την υφαντική σημειογραφία των Αραουκάνων, την οποία ονομάζουν Προμ (από σύντμηση του ονόματος Προμ-ηθεύς, Prom-eteo)...
“Μα βρήκα και τον αριθμό, βαθιά σοφία,
και των γραμμάτων το συνταίριασα.
Μητέρα των Τεχνών, της εργασίας και της μνήμης”, λέει ο Προμηθέας, μνημονεύοντας το δώρα του προς την Ανθρωπότητα.




Ο αριθμητικός υπολογισμός με τα νήματα της σημειογραφίας Προμ γίνεται ως εξής:


• Οι μονάδες αντιπροσωπεύονται από αντίστοιχους κόμπους πάνω σε κόκκινο νήμα.


• Οι δεκάδες πάνω σε κίτρινο νήμα.


• Οι εκατοντάδες πάνω σε γαλάζιο νήμα.


• Οι χιλιάδες πάνω σε πράσινο νήμα.


• Τα εκατομμύρια πάνω σε μαύρο νήμα.


                         Κόκκινο Κίτρινο   Γαλάζιο   Πράσινο   Μαύρο


                           1              10           100


                           2              20           200
                    
                           3              30           300


                           4              40           400


                           5              50           500


                           6              60           600


                           7              70           700


                           8              80           800


                           9              90           900


Κάθε νήμα είχε δέκα διαιρέσεις και ο αριθμός έπρεπε να τοποθετηθεί στην αλλαγή του υφαδιού, αφού κάθε νήμα διαιρείτο σε δέκα ίσα τμήματα μέσω άλλων εναλλακτικών νημάτων (εκτός των πέντε βασικών). Για παράδειγμα, στην δεύτερη μάχη των Αραουκάνων κατά των Ίνκας, συγκρούσθηκαν 250.000 εισβολείς με 30.000 Αραουκανούς πολεμιστές (κόνας) Ο πρώτος αριθμός καταγράφεται ως εξής: (βλ.σχήμα).




Πρέπει να διευκρινίσουμε ότι η σημειογραφία αυτή “διαβάζεται” από τα δεξιά προς το αριστερά. Αριστερόστροφες γραφές (γραφές "επί τα λαιά" ) έχουν βρεθεί και στην Σπάρτη. Αν ο αριθμός ήταν στρογγυλός, για παράδειγμα 4.000. τότε κόμπος γινόταν στο ύψος του τέσσερα πάνω στο πράσινο νήμα. Αν ο αριθμός ήταν μεγαλύτερος, για παράδειγμα 9.000.000, τότε ο κόμπος γινόταν στο ύψος του εννιά στο μαύρο νήμα, Όταν οι χιλιάδες ή τα εκατομμύρια ήταν πάνω από δέκα, σημειωνόταν η ποσότητα πάνω στο νήμα των δεκάδων ή εκατοντάδων και η χιλιάδα ή το εκατομμύριο υποδεικνυόταν μέσω κόμπου πάνω στο αντίστοιχο νήμα. Μετά ο αριθμός διαβαζόταν αρχίζοντας από την μεγαλύτερη ποσότητα.




Η Αραουκανική Γλώσσα


Σύμφωνα με τα όσα παραδόθηκαν στον Λόνκο Κιλαπάν από τον δάσκαλο και προκάτοχό του Επεουτουβε Κανίο, όταν οι Έλληνες άποικοι έφτασαν από την Δύση, βρέθηκαν μπροστά στο δίλημμα να προσπαθήσουν να διδάξουν την γλώσσα τους στους ιθαγενείς με τους οποίους ήρθαν σε επιμιξία ή να μάθουν οι ίδιοι την ομιλούμενη γλώσσα εκείνης της χώρας, την μάπου-ντούγκου (mapudugu), έκλιναν κυρίως προς την δεύτερη επιλογή, αλλά εφαρμόζοντας τους γραμματικούς κανόνες της δικής τους γλώσσας. Ταυτόχρονα δίδαξαν στους ντόπιους τις βασικές λέξεις της γλώσσας τους όπως Ζευς ή Ζαν (Ζεν), Γαία (Γούε) κτλ. Επίσης, πολλά τοπωνυμία που διατηρούνται ακόμη και σήμερα σε βουνά, ποταμιά, νησιά, χωριά και περιοχές της Χιλής, είναι ελληνικής προέλευσης, όπως Άνδεις (=αυτές που ευχαριστούν, που τέρπουν, από το ρήμα ανδάνω). Αιμόν (=αίμων, αιματώδης). Κορίκο (=Κώρυκος), Κίδο (=Κύδος), Ακουίλεο (= Αχιλλεύς) κ.α.




Η Αραουκανική Γλώσσα διαθέτει τόσο πλούσιο λεξιλόγιο που υπερβαίνει πολλές από τις λεγόμενες Σύγχρονες Γλώσσες. Βασιζόμενος σε μια αρχική εκτίμηση και τονίζοντας το γεγονός ότι η Αραουκανική δεν ήταν γραπτή γλώσσα ο Λόνκο Κιλαπάν βεβαιώνει ότι ένα 20% τουλάχιστον του λεξιλογίου που διατηρείται ακόμα και σήμερα εν χρήσει είναι ελληνικά.




Ορισμένες λέξεις διατηρούνται αυτούσιες και άλλες έχουν παραφθαρεί με την πάροδο τόσων χρόνων και πολλές ακολουθώντας τον γραμματικό κανόνα της συναίρεσης, ο οποίος υπάρχει και στις δύο γλώσσες έχουν συντμηθεί και δεν είναι εύκολα αναγνωρίσιμες.




Όταν αναφέρονται στη γη ως τόπο, χώμα, χρησιμοποιούν την λέξη μάπου (mapu), όταν όμως αναφέρονται στην Γη αυτή καθαυτή, ως γήινη σφαίρα, ως θηλυκή ζώσα οντότητα, χρησιμοποιούν λέξη Γούε (Gue) δηλαδή Γαία.




Χαρακτηριστική είναι η σχέση των Αραουκανών με το φως, αφού σύμφωνα με αυτό “ζουν, κινούνται και υπάρχουν". Σε όλες τις σύγχρονες “πολιτισμένες” γλώσσες χρησιμοποιείται συνήθως η ίδια λέξη για να δηλωθούν περιφραστικά τα διάφορα “είδη” φωτός.




Στα Αραουκανικά, όμως, το κάθε φως δηλώνεται με το δικό του ξεχωριστό όνομα· έτσι οι Αραουκανοί λένε:


• το φως γενικά πελόν (pelon)


• το φως της αυγής ελλαμπούν (ellabun)


• το φως της εσπέρας γιαντού (guiantu)


• το φως του ήλιου αϊπίν (aipin)


• το φως της σελήνης άλε (ale)


• το φως των άστρων αϊρκούν (airkun), κ.λ.π.
Είναι πραγματικά εκπληκτική αυτή η ποικιλία, τη στιγμή που δεν χρησιμοποιείται η ίδια ρίζα για να δηλώσει τα διάφορα είδη φωτός. Στα Ελληνικά υπάρχει κάτι αντίστοιχο, οφείλουμε να παρατηρήσουμε όμως ότι οι λέξεις είναι σύνθετες, τουλάχιστον αυτές που είναι γνωστές και χρησιμοποιούνται σήμερα, έτσι:
• το φως της αυγής το λέμε λυκαυγές


• τα φως της εσπέρας λυκόφως και μούχρωμα


•το φως του Ηλίου με μια λέξη ηλιόφως


•το φως της Σελήνης σεληνόφως και φεγγαρόφωτο, κτλ.




Οι Αραουκανοί έχουν διαφορετικές λέξεις για να δηλώσουν το κύμα της θάλασσας και το κύμα του ποταμού, τα καρποφόρα και τα μη καρποφόρα δέντρα· έχουν όνομα για κάθε μετάλλευμα, για κάθε άστρο, για την ψυχή και το πνεύμα· έχουν λέξεις για αφηρημένες έννοιες όπως κιγνέουεν που σημαίνει ενότης κτλ.






Gne-chen (Γνε-τσεν) είναι ο Δημιουργός στα Αραουκανικά, “ο Γενέ-τωρ του κόσμου” Από το πρώτο συνθετικό της λέξης δηλώνεται ξεκάθαρα η ελληνική προέλευση του ονόματος.






Πώς η Αραουκανική Φυλή διατήρησε την γνώση της Ελληνικής Καταγωγής της;
Σ' αυτό το πραγματικά “καυτό” για μας ερώτημα, ο Δον Λόνκο Κιλαπάν, Επεουτούβε της Αραουκανικής Φυλής, μας απαντά (σε μια επιστολή του το Φθινόπωρο του 1995) με έναν αφοπλιστικό τρόπο, που αξίζει να προβληματίσει τους Έλληνες της Μητροπολιτικής Ελλάδος. Μεταφέρουμε αυτούσια την απάντησή του, μαζί με τις απαντήσεις και άλλων σημαντικών ερωτημάτων που είχα και πιθανόν θα έχετε κι εσείς:
- Πώς διατηρόταν η γνώση της ελληνικής καταγωγής μέσα στην Αραουκανική Φυλή;




Η επιστήμη και η ιστορία σε όλες τις φυλές βρισκόταν στα χέρια των ανώτερων τάξεων: κυβερνήτες, στρατιωτικοί και ιερείς, με την πάροδο του χρόνου υπέκυπταν στον λαό και μαζί με αυτούς εξαφανιζόταν η Επιστήμη και η Ιστορία τους, όπως είναι η περίπτωση των Μάγιας, Ίνκας, Αιγυπτίων, κλπ. Αυτό δεν θα μπορούσε να συμβεί ποτέ στην Αραουκάνικη Φυλή, η οποία καθώς είχε προβλέψει κάτι τέτοιο, είχε πάντοτε τρεις Ιστορικούς που δεν έπρεπε να γνωρίζονται μεταξύ τους. Καθένας από αυτούς όφειλε να έχει μια Ομάδα, αποτελούμενη από όλες τις ηλικίες, και από αυτή την ομάδα έβγαινε ο διάδοχος Ιστορικός. Στην δική μου περίπτωση έχω 25 άτομα, διασκορπισμένα από τον βορρά μέχρι το νότο της χώρας, τους οποίους κανείς άλλος δεν γνωρίζει, οι δε ηλικίες τους είναι από 6 μέχρι 72 ετών. Όλοι τους έχουν παραψυχολογικές ικανότητες (αυτό το απαιτεί ο Νόμος), εξαιρετική μνήμη, ανεπτυγμένη κρίση και υπευθυνότητα στην αντιμετώπιση κάθε δοκιμασίας. Κανείς δεν μπορεί να αφηγηθεί με ακρίβεια ένα ιστορικό γεγονός" θα προσθέσει ενδεχομένως δικά του πράγματα και θα ξεχάσει άλλα' μπορεί μόνο να αφηγηθεί ένα γεγονός που αφορά έναν δικό του πρόγονο αλλά και τούτο όχι δημόσια εδώ πρέπει να φωνάξουν τον Ιστορικό.




-Πριν από την δημοσίευση του βιβλίου σας (το 1974), υπάρχουν ίσως άλλες δημοσιεύσεις ή σχετικές ανακοινώσεις;
Όχι, διότι η δημοσιοποίηση μέρους της Ιστορίας μας και η παράδοση στρατιωτικών μυστικών στον Χιλιανό Στρατό αποφασίστηκε στο Συμβούλιο των Γερόντων το έτος 1972. Υπάρχουν μόνο δικές μου δημοσιεύσεις σε εφημερίδες ή περιοδικά, διότι κανείς δεν μπορεί να γράψει για την Ιστορία, όπως εξήγησα προηγουμένως.
-Ποια είναι η σημερινή κατάσταση των Αραουκανών στην Χιλή;
Έχουν συνείδηση της Ελληνικής Καταγωγής τους;
Στις απογευματινές συζητήσεις πάντοτε υπενθυμίζεται η καταγωγή της Φυλής και καλείται ν' ακουσθεί ο Ιστορικός, αν η συνάντηση είναι πιο σημαντική. Είμαστε διασκορπισμένοι σε όλη την Χιλή, στα Πανεπιστήμια, στο Στρατό Ξηράς, στο Ναυτικό, στην Αεροπορία, κλπ. Το να μέναμε όλοι στη γη μας θα είχαμε φθορά μετά από κάθε γενιά και θα είμασταν τώρα στην ίδια θέση με αυτή των Μαπούτσες, που δεν έκαναν ό,τι κάναμε εμείς, γι' αυτό και έμειναν ελάχιστοι στους κάμπους.


- Διατηρείται η Αραουκανική Γλώσσα και γραφή; Υπάρχει εκμάθηση της Αραουκανικής Γλώσσας στα σχολεία της Χιλής;
Η γλώσσα διατηρείται καθώς και η γραφή με τρίγωνα, που είναι ίδια στη μορφή με την γραφή των αριθμών. Πριν από πέντε χρόνια διηύθυνα ένα σεμινάριο για δασκάλους της Αραουκανικής Γλώσσας και σήμερα στο Τεμούκο έχει εισαχθεί πειραματικά στα Δημοτικά Σχολεία.
- Πότε ιδρύθηκε και ποιοι είναι οι σκοποί της Αραουκανικής Συνομοσπονδίας;


Η Αραουκανική Συνομοσπονδία υπάρχει από πάντα, μόνο το όνομα έχει προσαρμοστεί στην σημερινή εποχή. Οι σκοποί της είναι μια μέρα οι Χιλιανοί να ζήσουν όπως εμείς, να υιοθετήσουν τον δικό μας Νόμο και να ελέγξουν την γεννητικότητα, διότι ο υπερπληθυσμός είναι η αιτία όλων των πολέμων στον κόσμο...
- Υπάρχουν Αραουκανοί στην Αργεντινή; Πότε καθιερώθηκε για πρώτη φορά και τί σημαίνει η λέξη Αράουκο;
Δεν υπάρχουν Αραουκανοί στην Αργεντινή" εκεί κατοίκησε η Φυλή Μαπούτσε η οποία πέρασε στη Χιλή τον περασμένον αιώνα προσπαθώντας ν' αποφύγουν τις διώξεις, που έγιναν κυρίως επί κυβερνήσεως του Στρατηγού Ρόκα. Με τους Αργεντινούς έχουμε εν γένει επαφές. Εγώ έγραψα στην εφημερίδα Κούγιο της Μεντόσα: "Η Οροσειρά των Άνδεων δεν είναι το φράγμα που διαχωρίζει αλλά η σπονδυλική στήλη που ενώνει την Χιλή και την Αργεντινή". Η λέξη arauco (Αράουκο) προέρχεται από την ομώνυμη περιοχή Rauco (Ράουκο) νότια του ποταμού Βίο-Βίο απ' όπου αρχίζει η Αραουκανία. Τους κατοίκους αυτής της περιοχής οι Ισπανοί τους ονόμαζαν Ραουκάνους και ο ποιητής Ερθίγια διέδωσε την ονομασία Α-ραουκάνοι / Α-ραουκανοί. Η λέξη Ράουκο προέρχεται από το ρήμα Ράουν= Ρέειν μετά βοής και το ουσιαστικό Κο == Ύδωρ, Νερό- επομένως Ράουκο (και Αράουκο) σημαίνει τόπος όπου ηχεί το βουητό των υδάτων.
- Λέτε ότι δεν υπάρχουν ίχνη ελληνικής παρουσίας σε όλη την Αμερική, εκτός από την Χιλή... Πώς το δικαιολογείτε αυτό;
Εκείνο που εγώ βεβαιώνω είναι ότι από την Χιλή και προς την Δύση υπάρχουν παντού ελληνικές και αραουκανικές λέξεις, ενώ από την Χιλή προς την Ανατολή: Αργεντινή και Βραζιλία δεν υπάρχουν, ή τουλάχιστον δεν υπάρχουν στους χάρτες...
- Ο ποιητής Πάμπλο Νερούδα είναι Αραουκανός;
Ναι. Γεννήθηκε στα όρια του αρχαίου κράτους των Αραουκάνων (Γιεκμόντσε), μεταξύ των ποταμών Μάουλε και Βίο-Βίο. Ο Νερούδα είχε συνείδηση της καταγωγής του γι' αυτό κάνει αναφορά στους ήρωες της Αραουκανίας και έγραψε στο "Κάντο Χενεράλ" αυτό που και εσείς αναφέρετε: "...οι Αραουκανοί προγονοί μου" και "Το ελληνικό αίμα κατεβαίνει μέχρι τις θάλασσες της Χιλής..."




© Εταιρεία Ηλιοδρόμιον


http://users.forthnet.gr/ath/heliodromion/omiliaaraoukanoi.htm
Related Posts with Thumbnails